Μια ανοιξιάτικη μέρα με τον Άλεξ

 


Τι ωραία μέρα σήμερα!! αναφώνησε η Λουίζα, μόλις βρέθηκε στον κήπο,   χεράκι χεράκι με τον Άλεξ.

Ο καιρός ανοιξιάτικος, ο ουρανός καταγάλανος χωρίς ούτε ένα άσπρο σχέδιο στη φορεσιά του, ο ήλιος έστελνε δώθε κείθε τις ακτίνες του, τα νέα φύλλα των δέντρων μεγάλωναν αυθάδικα και τα μπουμπουκάκια έκαναν αισθητή την παρουσία τους στα λουλούδια.

-Έλα Άλεξ, κοίτα αυτήν τη μελισσούλα, ρουφάει από το λουλούδι το νέκταρ. Μπορείς να μυρίσεις το λουλούδι;

-Δεν μπορώ και το ξέρεις, είμαι μηχάνημα, αλλά γνωρίζω ότι το νέκταρ η μελισσούλα θα το κάνει μέλι. Θες να σου πω πώς;

-Όχι δεν έχω όρεξη για μάθημα.

Ο Άλεξ ήταν ένα προηγμένο ρομπότ, που ο μπαμπάς της Λουίζας, ο πάμπλουτος επιχειρηματίας που συνομιλούσε όποτε ήθελε με τον πρόεδρο της χώρας, έκανε δώρο στην κόρη του για να έχει παρέα

-Γιατί δεν μπορώ να πάω στην παιδική χαρά να παίξω με άλλα παιδιά;

Γιατί δεν μπορώ να καλέσω άλλα παιδιά εδώ; τον ρωτούσε συχνά

-Για την ασφάλειά μας κορίτσι μου. Πρέπει να προσέχουμε για το καλό σου.

Η αλήθεια είναι ότι το 5χρονο παιδάκι είχε συνηθίσει την παρουσία ανδρών της ασφαλείας τους ακόμη και όταν έβγαινε στο απέραντο κτήμα τους και έκανε ποδήλατο. Μα εκτός από αυτούς, δίπλα της πάντα είχε τη νταντά της, μια βοηθό της μαγείρισσας με τα σνακ της Λουίζας αλλά και την καμαριέρα που κρατούσε το καπέλο για τον ήλιο αλλά και μια ζακετούλα του παιδιού. Τα είχε συνηθίσει αυτά όλα, αλλά, της έλειπαν οι φίλοι, μια παρέα να παίζει μαζί της.

Ο Αλεξ επεξεργάστηκε το ύφος της μικρής του φίλης και κατάλαβε ότι την στενοχώρησε κάτι που οι άνθρωποι καταλαβαίνουν και όχι οι μηχανές.

-Γιατί στενοχωρήθηκες Λουίζα; τη ρώτησε

-Εσύ δεν στενοχωριέσαι ποτέ που δεν είσαι άνθρωπος;

-Εγώ έχω καλώδια αντί για καρδιά, έχω μάθει όλη την ιστορία σου και ενώ δεν μπορώ να έχω αισθήματα, μπορώ να είμαι φίλος σου και να σε κάνω να γελάς

-Δεν θα θελες να μπορείς να μυρίσεις τα λουλούδια; Έχουν τόσα αρώματα.

-Σκέψου εμένα να μυρίζω, να φταρνίζομαι όπως εσείς, να πετάγονται τα καλώδιά μου από τη μύτη και να μην μπορώ να επεξεργαστώ τίποτε

Πώς θα ήμουν με τα καλώδια να κρέμονται; 

-Αστείος ,είπε η μικρή και γέλασε δυνατά

Χα χαχα έκανε και ο Άλεξ μιμούμενος το γέλιο της μικρής του φίλης. Πιάσανε κουβέντα καθισμένοι, εκείνη στο γκαζόν και ο Άλεξ δίπλα της να της εξηγεί πώς είναι να είσαι μηχανή και να του εξηγεί πώς είναι να είσαι ένα παιδάκι.

-Μου λείπει η μαμά μου που έφυγε ψηλά στον ουρανό, του είπε. Θυμάμαι να μου διαβάζει παραμύθια, να μου τραγουδάει και να με παίρνει αγκαλιά χαιδεύοντάς μου τα μαλλιά

-Μπορώ να σου πω παραμύθια, όσα έχουν βάλει στη μνήμη μου, μπορώ να σου τραγουδήσω όσα τραγούδια επίσης έχω στη μνήμη, και αγκαλιά μπορώ να σου κάνω να κοίτα, και ανοίγει τους βραχίονές του κάνοντας κρακ  κρακ τα μέταλλα.  Αποκλείεται η μαμά σου να έκανε κρακ κρακ έτσι; χχαχαα εκανε ο Άλεξ

Η μικρή τον κοιτούσε, δεν είναι αληθινός φίλος, δεν είναι παιδάκι, σκεφτόταν αλλά μόνον αυτόν είχε. Και έκανε προσπάθειες να την κάνει να χαμογελάσει.

-Απόψε το βράδυ θέλω να μου πεις ένα παραμύθι πριν κοιμηθώ, γίνεται;

-Φυσικά Λουίζα, φτιάχτηκα για να κάνω ό,τι ακριβώς θέλεις

Ο μπαμπάς το βράδυ τη ρώτησε πώς της φαίνεται ο νέος της φίλος.

-Δεν είναι φίλος μου μπαμπά. Δεν μπορούμε να πούμε μυστικά, να γελάσουμε μαζί ή να κλάψουμε. Δεν μπορούμε να παίξουμε όπως τόσα παιδιά που βλέπω στην τηλεόραση. Δεν είναι αληθινός μπαμπά.

-Θα πρέπει να το συνηθίσεις. Είναι μια μηχανή φτιαγμένη για σένα. Μόνον αυτόν έχεις και μάθε τον να γίνει φίλος σου.

Αυτό είναι το παρόν και φυσικά το μέλλον!


Αυτή είναι η συμμετοχή μου στα ''Ξυπνήματα'' της Αριστέας μας ''Η Ζωή είναι ωραία''



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου