Το τίμημα! /Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #4

                     
PIXABAY
             
   Στην νομική εταιρεία Μάρκου- Αποστόλου και Συνεργάτες, άρχισε να συρρέει ο κόσμος στην αίθουσα συνελεύσεων.
Η Κλέλια Βέλλου, αξιόλογη νομικός   στα 38 της χρόνια, ζούσε την ημέρα που ονειρευόταν. Το όνειρο που πάλεψε να γίνει αληθινό. Μέτοχοι, πελάτες, Συνεργάτες- δικηγόροι, συγκεντρώθηκαν για να γιορτάσουν   ότι ''πλέον η Κλέλια ''μας'', όπως την αποκάλεσαν,'' θα είναι το νεότερο μέλος της Εταιρείας ως συνεταίρος φίρμας''. Η εταιρεία από αύριο θα ονομάζεται  ''Νομική Εταιρεία Μάρκου-Αποστόλου- Βέλλου και Συνεργάτες''.
Τα χειροκροτήματα κάλυψαν τον ήχο του φελλού της σαμπάνιας που ανοίχτηκε για   να σφραγίσουν το γεγονός. Τα συγχαρητήρια δίνονταν τυπικά ή από καρδιάς  -  ποιος  νοιαζόταν;-ενώ οι συζητήσεις ανάμεσα σε ομάδες δικηγόρων άναβαν με το πέρασμα της ώρας και την ποσότητα της  σαμπάνιας που έρεε. 

Η Κλέλια σκεφτόταν  πόσο κοπίασε για αυτή τη στιγμή. 12 με 14 ώρες εργαζόταν σχεδόν καθημερινά, σε βάρος της προσωπικής αλλά και οικογενειακής της ζωής. Μα ανταμείφθηκε. Πρώτα με χρήματα πολλά και τώρα μ' αυτό. Πλήρωσε βέβαια ένα  σεβαστό ποσό για τη συμμετοχή της στην Εταιρεία, αλλά την αποδέχτηκαν, αν και γυναίκα, την σέβονταν για τις ικανότητές της, αναγνώριζαν τις γνώσεις της, ήξεραν πόσο αμείλικτη μπορούσε να γίνει για να κερδίσει ο πελάτης της.

Στην υγειά σου Κλέλια, ευχήθηκε νοερά, απόλαυσε τη στιγμή και όσες θα ακολουθήσουν. Το αξίζεις!

Γύρισε αργά στο σπίτι της ήσυχη και κεφάτη μια και όλα τα είχε φροντίσει.
 Η Μαρίνα είχε αποκοιμηθεί στο δωμάτιό της και τα παιδιά στα δικά τους. Ήταν σίγουρη ότι εκείνη, τα είχε φροντίσει σωστά. Ήταν το καλύτερο που έκανε όταν την προσέλαβε. Και οι όροι της πρόσληψης ; Να μην έχει προσωπική ζωή η Μαρίνα και τα παιδιά της Κλέλιας να γίνουν σαν δικά της. Να ζει στο σπίτι μαζί τους και να συμπεριφέρεται σαν να ήταν η κυρία που ασχολείται μόνο με το σπίτι της και με τα δυο παιδιά της, χωρίς σύζυγο. Καθόλου ευκαταφρόνητο το ποσό που θα της πλήρωνε κάθε μήνα.   Στο τέλος της ημέρας ενημερωνόταν η Κλέλια για το το πλάνο της επομένης, έδινε τις εντολές της και όλα κυλούσαν άψογα.

Μετά από αυτό,  ο άντρας της Κλέλιας  έφυγε. Ζήτησε διαζύγιο γιατί δεν ανεχόταν αυτή τη ζωή που ζούσαν. Κι όμως, με τον πενιχρό μισθό του εκπαιδευτικού δεν μπορούσε να ζει άνετα, σκεφτόταν η Κλέλια. Εκείνη τους πρόσφερε μια ζηλευτή ζωή, ζούσαν σε πολυτελή βίλα και οδηγούσαν ακριβά αυτοκίνητα. Τα καλύτερα σχολεία διάλεξε για τα παιδιά τους. 
''Ωραία να   απολαμβάνεις τα πλούτη, έτσι;΄' του είπε την ημέρα που της  ζήτησε να χωρίσουν. ''Αλλά θέλεις και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Μόνον εγώ από τους δυο μας, έχω τη δυνατότητα  να κερδίζω  τόσα  χρήματα αγάπη μου, αλλά  δουλεύοντας  πολλές ώρες.  Το συμφωνήσαμε ότι δεν θα αφήσουμε τη ζωή μας να μοιάσει στη ζωή των γονιών μας που πέθαναν χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να ζήσουν καλύτερα  και κυρίως, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα  να πεθάνουν σαν άνθρωποι. Κι εμείς  δεν μπορούσαμε να τους βοηθήσουμε τότε. Το θυμάσαι;''.
  
Εκείνος όμως ήθελε να φύγει και να πάρει τα παιδιά μαζί.
Χα, μα  τι δικηγόρος θα ήμουν  και μάλιστα από τις καλύτερες, αν δεν κέρδιζα την επιμέλεια των παιδιών μου;  Όμως όσο και αν τον αγαπούσα όπως τότε στο σχολείο, δεν θα του άφηνα τα παιδιά.
 ''Γιατί τα θέλεις; '' με  ρώτησε με τον πόνο στο πρόσωπό του έκδηλο,όταν του είπα ''θα τα πούμε στο δικαστήριο''. ''Αφού δεν τα βλέπεις σχεδόν καθόλου.'' 
''Τα βλέπω κάθε βράδυ που γυρνώ  και περνώ από τα δωμάτιά τους. Μπορεί να κοιμούνται, αλλά είναι εκεί, είναι τα δικά μου παιδιά, τα φιλώ απαλά και κοιμάμαι καλύτερα'' του απάντησα. 

Και  χώρισαν. Αλλά ο πατέρας τους τα έβλεπε όποτε ήθελε. Και τα έπαιρνε διακοπές μαζί του. Και η Κλέλια δεν έφερε αντίρρηση ποτέ ή  ίσως και να μην το ήξερε καν. Η Μαρίνα διεκπεραίωνε τα πάντα. Η Κλέλια απουσίαζε γιατί εργαζόταν πολύ.

Και τα χρόνια κυλούσαν. 
6 χρόνια πέρασαν από τότε που χώρισε. Ναι ένοιωθε μόνη, της έλειπε ο άντρας της αλλά δεν θα το παραδεχόταν ποτέ. Ήταν συμμαθητές και    ερωτεύτηκαν αμέσως μόλις συναντήθηκαν στο σχολείο τους. Έκαναν  μαζί όνειρα, μα δεν είχαν τις ίδιες φιλοδοξίες.
Σήμερα η Κλέλια κέρδισε μια σπουδαία υπόθεση στο δικαστήριο. Η αλήθεια είναι ότι οι ήττες της είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού όλα αυτά τα χρόνια που ασκεί τη δικηγορία. Αλλά σήμερα η νίκη της, έφερε στην εταιρεία πολλά χρήματα, πέραν προσδοκιών, άρα και  σ' εκείνη.
4 χρόνια μετά το συνεταιρισμό με την εταιρεία της, η καριέρα της συνεχίζει να απογειώνεται, και το όνομά της το γνωρίζουν όλοι.

Σήμερα, γύρισε νωρίς από το γραφείο. Θα  περνούσε το Σ/Κο με τα παιδιά της. Το ήθελε, το αποζητούσε. Πάντα γευμάτιζε με συναδέλφους ή με την ακριβή πελατεία της. Ταξίδια και συνεδριάσεις, δίκες και  πελάτες ροκάνιζαν το χρόνο  της κάθε ημέρα.
Δεν έγινε  όμως  όπως τα σχεδίασε
Σαββατόβραδο και είναι μόνη στο σπίτι. 
Καθισμένη στο κρεβάτι της προσπαθεί να ερμηνεύσει αυτήν την απογοήτευση που αισθάνεται. Ήξερε γιατί!

Στο τραπέζι έτρωγαν εκείνη με τα δυο παιδιά της και τη Μαρίνα. Όσες φορές κι αν άνοιξε συζήτηση με τα παιδιά να μάθει νέα τους,  εκείνα απαντούσαν όλο ευγένειες και τυπικότητες. Με τη Μαρίνα μοιράζονταν τα πάντα. Με την ίδια τη μητέρα τους, τίποτε.
Με τη Μαρίνα γελούσαν, με τη μητέρα τους ήταν ευγενικά. Με τη Μαρίνα μοιράζονταν μυστικά, με τη μητέρα τους ήταν σαν ξένοι. 
Έμαθε ότι ο γιος της ήταν καλεσμένος σε  πάρτι γενεθλίων και ήθελε να τον  πάει η Μαρίνα. 
Έμαθε ότι η κόρη της θα περνούσε το σαββατόβραδο στο σπίτι του μπαμπά της. Η Μαρίνα ήταν επίσης ενήμερη. Και μετά θα πήγαινε και τον μικρό εκεί. Η Μαρίνα ήταν ελεύθερη απόψε να διασκεδάσει.
Στο τραπέζι μίλησαν για το σχολείο. Δεν ήξερε η Κλέλια τις εντυπώσεις της κόρης της από την πρώτη Γυμνασίου. Η Μαρίνα όμως ήταν παρούσα, εκεί. 
Γελούσαν μαζί οι τρεις τους, για αστεία περιστατικά που τους συνέβησαν και κάποια στιγμή άκουσε το γιο της να φωνάζει τη Μαρίνα, ''μαμά Μαρίνα''. Όταν τον διόρθωσε,  γιατί πια είχε ξεχειλίσει το ποτήρι,  τα παιδιά έγιναν καταρράκτης που τη ρούφηξε.  '' Η μαμά Μαρίνα είναι δίπλα μας , έρχεται στο σχολείο...'', ''μου βγάζει την κόρα από το τοστ που δεν μ'αρέσει'', συμπλήρωνε ο Αλέξανδρος. 
''Η μαμά Μαρίνα έρχεται στις παραστάσεις  στο μπαλέτο μου'' είπε η Ασημίνα  '' και στο ωδείο'' είπε ο μικρός. ''Μας πηγαίνει στο πάρκο, πάμε βόλτες, μας ψωνίζει, πάμε διακοπές μαζί και μας βοηθάει στο διάβασμα όταν έχουμε δυσκολίες. Εκείνη μιλάει με τους δασκάλους μας, εκείνη...''
''Μα πληρώνεται για να τα κάνει αυτά'' είπα εγώ διακόπτοντάς τα
...και εκείνα σάστισαν!
Το στοματάκι της κόρης μου έμεινε ανοικτό να χάσκει ...μα γιατί, δεν το είχε σκεφθεί; Αφού ξέρουν και τα δυο, ότι η Μαρίνα  βοηθούσε κι εκείνα και  στο σπίτι...δεν θα πληρωνόταν;
Ο γιος μου πάλι κοιτούσε με σφιγμένα τα φρύδια.
Ναι σάστισαν και τα δύο! 
Ξέρω τι θα πεις , ίσως δεν θα πρεπε να το πω...αλλά μαμά μια ξένη γυναίκα;  Μια εργαζόμενη στο σπίτι;  Τότε πετάχτηκε η κόρη μου  και μου είπε κάτι που με ταρακούνησε '' μα τι έχουμε κάνει και η μαμά μας,  ΕΣΥ, απουσιάζεις και δεν είσαι κοντά μας ποτέ  και η Μαρίνα πληρώνεται για να κάνει τη μαμά;'' 
Έφυγαν και τα δυο στενοχωρημένα.

Από εκείνη την ώρα σκέφτομαι. Αναπολώ τη ζωή μας.
 Τι κατάφερα;
Μια μεγαλοδικηγόρος που έχει χρήματα για τόσο ακριβά υλικά αγαθά,  αλλά δεν έχει παιδιά να την αγαπούν!
Μια μεγαλοδικηγόρος που έχει όνομα μεγάλο στο δικηγορικό κόσμο κι όχι μόνο, αλλά δεν έχει σύζυγο να τη θέλει πλάι του!

 Η Κλέλια άνοιξε το συρτάρι και πήρε  το κουτί με τις φωτογραφίες. Παλιές φωτογραφίες της πατρικής της οικογένειας. Φωτογραφίες από τα σχολικά της χρόνια.  Από το πανεπιστήμιο. Οι πιο πολλές ασπρόμαυρες. Πόσα χρόνια είχε να τις δει; Οι αναμνήσεις την κατέκλυσαν βλέποντας πρόσωπα που χάθηκαν ή πρόσωπα που ζουν, αλλά απομακρύνθηκαν από εκείνη. Ή μήπως εκείνη απομακρύνθηκε από όλους;
Πήρε στα χέρια της μία μία τις φωτογραφίες και ξαναζούσε τις στιγμές. Ήταν άραγε τόσο ανέμελα τότε,όσο δείχνουν οι φωτογραφίες; 
Όχι,  θυμόταν δύσκολες και άσχημες στιγμές γεμάτες πόνο και θλίψη, μα δεν συνηθίζουμε οι άνθρωποι να φυλακίζουμε τη θλίψη στο χαρτί. Μένει μόνο στην καρδιά και στο νου μας.  
Να άλλη μια φωτογραφία αγαπημένη. Σ' αυτήν εδώ είναι η Κλέλια  μικρή, με τον αγαπημένο αδελφό της αγκαλιά. Πω πω τι θυμήθηκε τώρα! Ένα καλοκαίρι στο χωριό του μπαμπά. Δίπλα στη θάλασσα.  Να και εκείνο το κοχύλι που τσακώνονταν ποιος θα το πάρει...το είχαν βρει στην παραλία. Και ο αδελφούλης της το λυπήθηκε γιατί το σώμα του, είπε, ήταν τραυματισμένο...Γι αυτό το κόλλησαν στην φωτογραφία. 

Τι να κάνει άραγε ο αδελφός μου;  Από πότε έχω  να τον δω; Από πότε να του μιλήσω;
Σήκωσε το τηλέφωνο. Σχημάτισε το νούμερο του αδελφού της. Το χέρι της λίγο έτρεμε.

''Ναι; '' ακούστηκε η φωνή του Γεράσιμου.

''Εγώ είμαι αδελφέ μου. Καλησπέρα τι κάνεις;'΄

 ''..........'' 

'' Μ' ακούς; Είσαι στη γραμμή;''

 ''Πώς ήταν αυτό Κλέλια; Όλα καλά;''

 ''Καλά Γεράσιμε... μου...μου λείπεις. Έχασα εσένα... τον άντρα μου...τα παιδιά μου... τους φίλους μου. Ξέρεις... τα χρήματα σας έδιωξαν μακριά μου. Και νοιώθω τόσο μόνη''

''Κλέλια μου στα χρήματα, πρέπει να   δώσεις να καταλάβουν ότι η θέση τους είναι στην τσέπη σου, έστω και αν χωράει λιγότερα, αλλά δίπλα σου θα είναι μόνον οι άνθρωποί σου!''

''................''

''Κλέλια;  Κλαις;  Έρχομαι!"



Αυτή είναι η δική μου συμμετοχή στη Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #4 (πότε φτάσαμε στην 4η;)  που διοργανώνει η Μαίρη της ''Γήινης ματιάς'' και που τόσο αγαπήσαμε.
Η φωτογραφία είναι επιλογή της Μαίρης που προηγήθηκε και η λέξη-κλειδί :''Ανάμνηση''
Σ' ευχαριστώ Μαίρη μου !


 Ήλθε η σειρά μου να παραδώσω τη σκυτάλη στο Γιάννη του ''Ηδύποτον'' (και όχι μόνον) με τη φωτογραφία :


 Η φωτογραφία είναι από το pixabay

Η λέξη  Γιάννη μου είναι ''Δίλημμα''!
Καλή σου επιτυχία που είναι σίγουρη!




....And the winner is... ΕΓΩ!



ΠΗΓΗ
Όταν η κλήρωση για να πάρεις κάποιο δώρο, βγάζει το όνομά σου, χαμογελάς δεν μπορεί. Η τύχη σε ευνόησε σκέφτεσαι, μα όταν την κλήρωση την κάνει η Μαριάννα μας και δωρίζει  ένα έργο της τότε πετάς από τη χαρά σου. 
Η κλήρωση λοιπόν για τα γενέθλια του μπλογκ της καλής και χρυσοχέρας φίλης μας έγινε και το δώρο της ένα πανέμορφο κουτί που έφτιαξε με τα χεράκια της με διάφορες τεχνικές είναι πλέον σπίτι μου. 



Το δέμα έφτασε και θα δεις πόσο όμορφα το περιποιήθηκε η Μαριάννα.
Μόνο τη φώτο του κουτιού δανείστηκα από το μπλογκ της γιατί η δική μου είναι θαμπή και η δική της υπέροχη. 
Θα σου δείξω και τι καλούδια είχε το κουτί μέσα. Νοστιμιές να με γλυκάνει λες και ήθελα κι άλλη γλύκα!



Αλλά είχε και ένα παχύ δέμα με χαρτοπετσέτες για τις κατασκευές μου, λέει. Θα τις τιμήσω Μαριάννα μου να είσαι σίγουρη!


Και ευχές πήρα σε μια όμορφη κάρτα της.

Είμαι χαρούμενη για το όμορφο δέμα που έφτασε ταχυδρομικώς και γρήγορα, αν και την ταλαιπώρησα λίγο.



Οι ευχαριστίες είναι λίγες Μαριάννα μου
Πάντα δοτική και δημιουργική να είσαι.
Να σαι καλά και να χαίρεσαι την μπεμπούλα σας.

Ένας ωραίος Μανιάτης παππούς!


Παιδάκι του δημοτικού πέρασα ένα καλοκαίρι στο χωριό της θείας μου, εκεί στη Μάνη που γυμνή και άφοβη στέκεται στητή να τρομάζει τους κακοπροαίρετους.
Ένα μήνα μαζί με τα ξαδέλφια μου, φάνταζε υπέροχο με προστάτη τη θεία που ήταν όλο χαμόγελα και επιείκεια με τα παιδιά.
Ένα χωριό που, αν και παιδάκι, με εντυπωσίασε για το πόσο ''πίσω στο χρόνο '' έμεινε. Το ''δεν έχετε...;'' το ένα ή το άλλο ήταν οι πρώτες μου ερωτήσεις.
Ένα χωριό με πέτρινα σπίτια, με μεγάλα παράθυρα, σήμερα τα λέμε μπαλκονόπορτες, χωρίς προστατευτικά κάγκελα απέξω, με δάπεδο σκεπασμένο  με υφαντά αν και καλοκαίρι, με κατοίκους φιλόξενους. Ναι, και αυτό μου είχε κάνει εντύπωση. 
Σε κάθε επίσκεψη πάντα σε εμάς τα παιδιά έδιναν το πεσκέσι τους, ό,τι είχε το κάθε σπίτι. Φεύγαμε με γλυκό του κουταλιού στο βάζο, ή με πίτες στο χέρι ή με καρπούζια, ένα το κάθε παιδί!
Στο σπίτι στο χωριό ζούσαν οι γονείς της θείας, με κεφαλή του σπιτιού το Μανιάτη πατέρα, έναν ηλικιωμένο λεβέντη,περήφανο και σκληρό, που ο λόγος του ήταν εντολή για όλους. Η Μανιάτισσα σύζυγος, οι δυο θυγατέρες και οι τρεις γιοι δεν αντέκρουαν  ποτέ τον γερο πατέρα. Ακόμη κι αν διαφωνούσαν.
Θυμάμαι ότι τον φοβόμουν στην αρχή. Δεν τον είδα να χαμογελάει όλο τον μήνα που μείναμε μαζί τους. 
Με φωνή βροντερή, έβαζε τα πράγματα στη θέση τους, αυτή που εκείνος είχε ορίσει ως σωστή.
Ακόμη και για το μικρότερο ξάδελφό μου, όταν είχε πέσει εκεί στους κακοτράχαλους δρόμους, στις πλαγιές του βουνού και έβαλε τα κλάματα τόσο δυνατά που μας άκουσαν ως κάτω ''απ' τ'αυλάκι'', ο παππούς επενέβη χωρίς τρυφερότητα και χάδια.  ''Οι άντρες δεν κλαίνε με ένα κοψιματάκι στο γόνατο''φώναξε  με την σκληρή φωνή του.  '' Οι άντρες στέκονται ορθοί και αγωνίζονται. Χτυπούν το πόδι και σείεται ο τόπος!!'' Και ευθύς χτύπησε το πόδι στο δάπεδο και εγώ πίστεψα όντως ότι μόλις είχε γίνει ένας αισθητός σεισμός καθόλου ευκαταφρόνητος! Το κλάμα σταμάτησε και όλα τα παιδιά συγκρατούσαμε τα δάκρυά μας, αν ο παππούς ήταν τριγύρω.
Ήταν το πρώτο μάθημα για να μη γίνω κλαψάρα, έτσι πιστεύω. Κι επειδή ήμουν από μικρή φεμινίστρια το ''οι άντρες δεν κλαίνε'' δεν το έλαβα καν υπόψη. Δεν κλαίμε με το παραμικρό ήταν για μένα μάθημα από εκείνον τον παππού μια και οι γονείς μου με ένα κλάμα λύγιζαν!
Που λες, η θεία φρόντιζε τι θα φάμε κάθε ημέρα. Ήξερε τι μας αρέσει και φρόντιζε να είναι στρωμένο το τραπέζι την καθορισμένη ώρα κι εμείς να έχουμε γυρίσει από την περιήγηση στο χωριό και κυρίως από την επίσκεψη στη μικρή λίμνη   με τα πολλά βατράχια. Πρώτη φορά έβλεπα βατράχια και τα περιεργαζόμουν από απόσταση βέβαια, γιατί μέχρι σήμερα τα βρίσκω σιχαμερά.
Μια ημέρα το φαγητό το όρισε ο παππούς. Φάβα με χταπόδι.
πηγη

Ο Θεός να βάλει το χέρι του, σκέφτηκα όταν είδα το πιάτο μπροστά μου. Φάβα; Ποτέ δεν την είχα φάει και δεν ήξερα καν τι είναι. Το χταπόδι σάλτσα δεν ήταν φαγητό που δοκίμαζα τότε, σκέψου τον συνδυασμό.
''Δεν μ' αρέσει αυτό το φαγητό '' είπα θαρρετά. Χαχαχα ποιος είδε τον παππού και δεν σκιάστηκε! Πήρε την καρέκλα του με το σακάκι του ριγμένο στην πλάτη και έκατσε δίπλα μου. Έτσι που την χτύπησε στο πάτωμα νόμιζες ότι η καρέκλα θα άνοιγε στα 4 της πόδια. Η θεία προσπάθησε να μου πάρει το πιάτο να μου φέρει ό,τι και στα παιδιά της αλλά, η φωνή του Μανιάτη την κοκάλωσε.
Φάβα θα έτρωγα το κατάλαβα. Και άντε να μην ανακατευτώ, σκέφτηκα. 
''Τον βλέπεις το σκύλο;'' με ρώτησε ενώ με παρότρυνε να βάλω μπουκιά στο στόμα.
''Κούτσαινε  το άτιμο αρκετό καιρό. Έπεσε από το παράθυρο που πήγε να πηδήξει και στραμπούλιξε το πόδι του'' ''Το έσπασε''; ρώτησα. ''Όχι, ευτυχώς'' είπε ο παππούς αλλά κούτσαινε πολύ καιρό. Και τι δεν έκανα ...μπουκιάαα...και τι δεν έκανα για να του περάσει το πόδι. Έλα βάλε άλλη μια μπουκιά. Του έβαζα βότανα αλοιφή κάθε μέρα, του έτριβα το πόδι, τίποτε. Μπουκιά είπαμε!!!. Μέχρι μια μέρα έγινε το κακό. Πήγα να κατέβω από εκεί, να, εκείνο το σημείο'' και μου έδειξε μια μικρή πλαγιά στο πλάι του δρόμου. ''Παραπάτησα και έπεσα. Μπουκιά, έλα άλλη μια, και δεν μπορούσα και να σηκωθώ. Η ηλικία βλέπεις. Τότε ο σκύλος μου, ήλθε κοντά μου κι άρχισε να με γλύφει. Φύγε του είπα, πήγαινε φέρε το γιο μου. Και γάβγισε και έφυγε τρέχοντας.'' Σταμάτησε ο παππούς να μιλά και εγώ όλο αγωνία και περιέργεια τον παρότρυνα να μου πει παρακάτω. ''Ναι έφερε το γιο μου που με σήκωσε και ευτυχώς δεν είχα πάθει πολλά πράγματα. Είδες τι σου είπα; Έφυγε τρέχοντας. Δεν κούτσαινε πια''. Κι εγώ κοιτούσα το γέρικο σκυλί πώς κατάφερε όχι να τρέξει, αλλά να βρει το γιο του παππού και να τον κάνει να τον ακολουθήσει!
''Κοίτα το πιάτο σου τώρα'' μου είπε ο παππούς. ''Έφαγες κάτι που δεν σου άρεσε. Καλό δεν ήταν; Και τόσο ωφέλιμο. Όλα τα τρώμε να το ξέρεις, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι θα φέρει το μέλλον''.

Από τότε η φάβα έγινε αγαπημένο φαγητό. Αν και δεν τη μαγείρευα μόνο για μένα, γιατί δεν αρέσει στην ''κεφαλή'' του σπιτιού μου, απ' όταν μεγάλωσαν οι κόρες μου την τρώνε κι εκείνες πολύ. Έτσι προχθές θυμήθηκα τον παππού με τη φάβα στο πιάτο μου και συνοδεία χταπόδι, στιφάδο το έκανα εγώ. 


Το επόμενο που με έμαθε να τρώω και που αγαπώ ιδιαιτέρως είναι τα φραγκόσυκα! Μμμ αν και είναι δύσκολα στο καθάρισμα είναι σκέτη λιχουδιά.

Να σαι αναπαυμένος εκεί ψηλά παππού και  ξέρω ότι με πρόσεχες και με συμπαθούσες.

Ένας άνθρωπος αυτάρκης ήταν ο γερο Μανιάτης. Μέχρι τα βαθιά του γεράματα δεν ήθελε να τον γιατροπορεύσει κανείς. Δεν ξέρω αν το είχε ανάγκη βέβαια. Έφυγε από αυτόν τον κόσμο, πλήρης ημερών, μετά  από ατύχημα. Έπεσε από εκείνη την μπαλκονόπορτα χωρίς προστατευτικό στην πλαγιά από κάτω . Όσο μικρή κι αν ήταν η κατηφόρα, βράχια ήταν γεμάτη και ηλικιωμένος παππούς ο άτυχος.

Τον φαντάζομαι ακόμη ψηλό να βροντοφωνάζει ό,τι τον ενοχλεί. Και φυσικά να φωνάζει: ''Ζήτω ο βασιλεύς ! Και αντίρρηση δεν δέχομαι από κανένα!''