Τα δάκρυα ως ένδειξη αδυναμίας

 
 
πηγή

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΤΙΟ

'' .......αδέκαστος, έντιμος, ανυποχώρητος στην πάταξη του εγκλήματος απ' όπου κι αν προέρχεται, σκηρός αλλά δίκαιος, πολεμούσε την ιδιοτέλεια και την ολιγωρία...'' ήταν όλα όσα άκουσα από τον επικήδειο του πατέρα μου. 
Συνάδελφοι αστυνομικοί,  απέδωσαν τιμές σε έναν αξιωματικό που έπεσε την ώρα του καθήκοντος.
Η οικογένειά του, εμείς τα παιδιά του και η γυναίκα του, σοβαροί και αμίλητοι, δεν χαλαλήσαμε ούτε ένα δάκρυ ως κατευόδιο.
Ένα λουλούδι που μου δόθηκε στο χέρι, δεν αποφάσισα να το πετάξω στον τόπο της τελευταίας του διαμονής.
Η κηδεία πέρασε σαν κινηματογραφική ταινία και εμείς ως  κομπάρσοι ακολουθούσαμε απλά τους κανόνες.
Ήμουν μουδιασμένη, αλλά δεν ξέρω αν πονούσα για το χαμό του πατέρα μου.
Στο σπίτι η μητέρα πήγε να ξαπλώσει αναστενάζοντας  βαθιά. Κάτι σαν λύτρωση, κάτι σαν ανακούφιση, κάτι σαν περαίωση.
Το σπίτι παραδόξως θορυβώδες. Δεν υπήρχε πια εκείνος που επέβαλε ησυχία, τάξη και υπακοή.
Σκληρός είπε ο Διοικητής του στον λόγο του. Ναι σκληρός... αυτό θυμάμαι από τον πατέρα μου. Μια απουσία συναισθήματος. ''Τα δάκρυα είναι ένδειξη αδυναμίας'' έλεγε και τα εξόρισε από μέσα μας.
Κι αν πετύχαινε   το παιδί του τους στόχους του, έλεγε συνήθως'' περιμένεις επιβράβευση γιατί έκανες το καθήκον σου; ή έλεγε συχνότερα '' μπορούσες και καλύτερα''.  
Το πρώτο πράγμα που έκανα μπαίνοντας στο σπίτι μας, ήταν να πετάξω τα παπούτσια που μου καταδυνάστευαν τα πόδια με μια ενοχή προς στιγμήν , περιμένοντας να με παρατηρήσει για την αταξία που προκαλούσα.
Αλλά  ήμασταν πλέον ελεύθεροι. Να φωνάξουμε, να γελάσουμε, να υλοποιήσουμε τα όνειρά μας χωρίς επικρίσεις και παρεμβάσεις στη ζωή μας.

Η εικόνα που η Ρούλα μου έδωσε στην συμμετοχή μου στην Φωτο -Συγγραφική Σκυτάλη#5

Πήγα κατευθείαν στο γραφείο του. Τα περισσότερα βράδια τον έβλεπα να κάθεται εκεί και να γράφει σε ένα μικρό μπλογκ. Με την πένα του έγραφε με μανία, αλλά αν πλησίαζε κανείς το έκλεινε φωνάζοντας για έλειψη σεβασμού στην ατομικότητά του.
Η δική του είχε αξία... η δική μας;
Το βρήκα κλειδωμένο στη θέση του.
Ήθελα εδώ και καιρό να δω τι γράφει. Ήθελα εδώ και καιρό να διαβάσω μυστικά που πίστευα ότι περιέχει.  Το άνοιξα. Το ξεφύλισσα στα γρήγορα. 
Ήταν ένα ημερολόγιο. Ένα ημερολόγιο της ζωής του από τα μικρά του χρόνια.
Πήρα βαθιά ανάσα. Ξεκίνησα από την αρχή.
                     
                          ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ

'' Στα μικρά μου χρόνια πέρασα δύσκολα'', έγραφε. 
''Ζώντας στον τόπο μου μαζί με τους γονείς μου, έπαιζα με τα άλλα παιδιά ξέγνοιαστος. 
Μα η  ζωή είχε άλλες βουλές για μένα. Οικονομικά τα φέρναμε βόλτα με ζόρι. Έτσι,  ο πατέρας έφυγε για τη ξενιτιά και μετά από λίγο θα έπαιρνε και εμάς. Τη μητέρα, εμένα και τον αδελφό μου.
Δεν ήθελα να φύγουμε, αλλά θα ζούσαμε καλύτερα εκεί έξω που οι δουλειές πληρώνονταν πιο καλά. Τα χωράφια μας τι κέρδος να αφήσουν;  Οι γονείς μου με είχαν πείσει. Θα πηγαίναμε σχολείο με ωραιότερα ρούχα, θα αγοράζαμε παιχνίδια και φυσικά το ποδήλατο που λαχταρούσα.
Μα ο πατέρας ποτέ δεν γύρισε. Ποτέ δεν έδωσε σημεία ζωής. Ποτέ δεν έστειλε χρήματα, ούτε θέλησε να πάρει εμάς κοντά του. Μας ξέχασε και τον ξέχασα!
Η μάνα άρχισε να ξενοδουλεύει. Και τα χωράφια κουμάνταρε σαν άντρας. Εμείς τα παιδιά, πηγαίναμε σχολείο  και ανεχόμασταν την κοροιδία των συμμαθητών μας γιατί είμαστε άχρηστοι αφού ούτε ο πατέρας μας μας ήθελε.
Μα η μάνα δεν άντεξε. Αρρώστησε από στενοχώρια είπαν, από κούραση άλλοι. Και μας άφησε εντελώς μόνους. Δυο μικρά παιδιά στο δημοτικό, ξαφνικά βρεθήκαμε έρημα και ορφανεμένα.'΄

πηγή

Πήρα βαθιά ανάσα. Ήταν  τραγικό. Δεν μπορούσα να φανταστώ τον πατέρα μου παιδί ορφανό να πονά και να κλαίει...Γιατί δεν τα  ξέραμε αυτά; Δεν ήθελε ποτέ ο πατέρας μας να μιλά για το παρελθόν του. Γιατί;  
Ακόμη και η γραφή του ήταν σχεδόν στεγνή.

''Αμέσως  κατέφθασε ο θείος από το διπλανό χωριό, που ενώ μας είχε ξεχασμένους ήλθε για να βοηθήσει, όπως είπε. Ο πόνος για το χαμό της μάνας ήταν μεγάλος για μας τα παιδιά. Κάθε βράδυ κοιμόμουν αγκαλιά με τον μικρό μου αδελφό κλαίγοντας και οι δυο,   χωρίς να λέμε ούτε μια λέξη. Ο θείος   έτρεχε, όπως είπε, για να διεκπεραιώσει διαδικασίες γραφειοκρατικές.  Μα αργότερα έμαθα ότι το μόνο που ήθελε ήταν να μας στείλει σε ιδρύματα και να πάρει τα χωράφια και το σπίτι μας. Αυτές ήταν οι διαδικασίες.Αυτό  κατάφερε. 
Θυμάμαι την αγκαλιά του μικρού μου αδελφού την ώρα του αποχαιρετισμού. Πώς είχε αγκιστρωθεί επάνω μου, πώς έκλαιγε γοερά. Και τα δικά μου  δάκρυά  στάλαζαν στο κεφαλάκι του που πίστευε ότι εγώ ως μεγαλύτερος είχα τη δύναμη να τον κρατήσω κοντά μου. Αλλά δεν την είχα...Πόσο σιχάθηκα τον εαυτό μου που ήμουν μικρός και αδύναμος!!
Τον πήραν αλλού από εμένα. Εκείνος σε άλλο ίδρυμα και εγώ σε διαφορετικό. Λόγω χώρου όπως είπαν. Εγώ κατάφερα και το έσκασα μόλις φτάσαμε στην Αθήνα.Ορκίστηκα ότι θα τον βρω και θα τον πάρω μαζί μου.
Κρυβόμουν για μέρες. Έτρωγα από σκουπίδια ό,τι πέταγαν άλλοι. Άλλες φορές έκλεβα   ψωμί ή χρήματα, ό,τι μπορούσα. Ω, δεν είμαι περήφανος γι αυτό. 
Κάποια μέρα βρήκα ένα σπίτι με την πόρτα ανοικτή. Καθάριζαν. Ήταν πρωί. Μπήκα κρυφά και έψαχνα στην κουζίνα κάτι να φάω. Πεινούσα πολύ. Ακόμη και χρήματα αν έβρισκα θα τα έπαιρνα.

Η κυρία  που μπήκε με είδε ξαφνικά και έμεινε να με κοιτάζει σουφρώνοντας τα φρύδια
Την είδα. Έκανα να φύγω, μα δεν με άφησε. 
 ''Τι κάνεις εδώ; '' με ρώτησε αυστηρά.
''Πεινάω'' ...
''Πώς σε ΄λένε;...  Έλα να πλυθείς και εγώ θα σου ετοιμάσω κάτι να φας...βρωμάς ολόκληρος.... Περίμενε λίγο εδώ, μην κουνήσεις βήμα '' ήταν τα λόγια της που τα θυμάμαι σαν τώρα, εντολές διαφορετικές και αντικρουόμενες. 
Είχα κοκκαλώσει...φοβόμουν... κι αν ειδοποιούσε το ίδρυμα; Αλλά παραδόξως, δεν έκανα βήμα.
Γύρισε και μου έδωσε   ρούχα. Είναι καθαρά και καινούργια μου είπε. Εδώ δίπλα έχει κατάστημα για παιδιά. Πήγαινε στο βάθος και κάνε ένα μπάνιο. Εγώ θα σου ετοιμάσω να φας.
Υπάκουα  πήγα στο μπάνιο, πλύθηκα και ντύθηκα για πρώτη φορά με καθαρά ρούχα μετά από μέρες.
Πήγα στην κουζίνα. Ένα πιάτο με αυγά  και μπέικον,  ψωμί, τυρί και ντομάτες με περίμεναν  στο τραπέζι
Έτρωγα λαίμαργα και θυμάμαι ακόμη, πόσο με μάλωνε μαλακά να μην μπουκώνομαι τόσο και να μασάω καλά μην πονέσει η κοιλιά μου.
''Θάνος Αβραμίδης είναι το όνομά μου''της είπα και άρχισα να της εξιστορώ τα πάντα.  
Δεν ήξερα γιατί ήθελα να της πω όλη την αλήθεια...μα το έκανα.
Έμεινε σκεπτική κοιτάζοντάς με.
''Μην ανησυχείς'', με καθησύχασε μετά απο λίγο. ''Θα βρούμε τον αδελφό σου και θα τον πάρουμε εδώ μαζί μας'' μου είπε
Αφού έφαγα με πήρε από το χέρι και με ανέβασε στον επάνω όροφο.'' Εδώ είναι το σπίτι μου'' μου είπε. ''Θα μείνεις εδώ και δεν θα βγεις έξω ως να τα κανονίσουμε , εντάξει;''
Έμεινα εκεί. Η κυρία έλειπε ως αργά το βράδυ, αλλά την ημέρα ήταν στο σπίτι και με φρόντιζε.
Πολύ αργότερα έμαθα ότι το ισόγειο ήταν οίκος ανοχής και η κυρία η ιδιοκτήτρια.
Με κράτησε κοντά της. Βρήκε τρόπο να γίνει κηδεμόνας μου. Οι πελάτες της, βοήθησαν. Με έστειλε σχολειο. Με έντυσε με καθαρά και ωραία ρούχα, με φρόντισε,  μα μου ζήτησε να μην πω ποτέ πού μένω στους φίλους μου.
΄΄Κανείς δεν θα καταλάβει ότι άλλο η δουλειά μου'', είπε,'' και άλλο η ζωή μου''.

Έκλεισα με θόρυβο το ημερολόγιο.
Θεέ και κύριε! Τον πατέρα μου τον μεγάλωσε μια ιερόδουλη!!
Στα 26 μου χρόνια, ακόμη με άφηναν άναυδη πολλά τερτίπια της ζωής.
Αυτός ο άνθρωπος που θάφτηκε σήμερα μου ήταν παντελώς άγνωστος!
Ακούμπησα το λουλουδι, που δεν έριξα στο μνήμα του, επάνω στη σελίδα  και κοίταξα τη φωτογραφία που έπεσε από το ημερολόγιο.
''Να ταν οι γονείς του πατέρα μου; Η γιαγια και ο παππούς; '' Ούτε γι αυτούς ήξερα τίποτε. Αναστέναξα.
Συνέχισα να διαβάζω
Σε κάθε σελίδα μιλούσε με αγάπη γι αυτήν την γυναίκα που τον μεγάλωνε
Διηγόταν ωραίες ιστορίες καθημερινές και εγώ ρουφούσα κάθε του λέξη

''Ήλθε και η ημέρα που η Αντιγόνη θα πήγαινε στο ίδρυμα να βρει τον αδελφό μου. Με πήρε μαζί της. Είχαμε χαρτιά και μπορούσε να πάρει την κηδεμονία του. 
Είχαν  περάσει  δυο χρόνια ως να τα καταφέρει.
Μα να η μέρα έφτασε. Η ωραιότερη και η χειρότερη της ζωής μου
Όταν φτάσαμε στο ίδρυμα μας υποδέχθηκαν με σκεπτικισμό. Μας έστειλαν στο διευθυντή.
Εγώ κοιτούσα τριγύρω. Έψαχνα με το βλέμμα τον αδελφό μου.
Αλλά δεν ήταν εκεί...δεν έμεινε πολύ μας είπαν. Τσακωνόταν συνέχεια με τα άλλα παιδιά, ώσπου κάποιο τον έσπρωξε και εκείνος χτύπησε στο κεφάλι.
Χάθηκε  ο αδελφούλης μου, βρίσκεται εκεί ψηλά, αγκαλιά με τη μαμά σκέφτηκα!
Ο χαμός του με καθήλωσε αμίλητο και άκλαυτο
Πήγαινα στην τελευταία τάξη του δημοτικού. Επαψα να πηγαίνω σχολείο. Η Αντιγόνη με κανάκευε προσπαθώντας να με κάνει να συνέλθω.
Και μια μέρα δέχτηκα να πάμε   στο μνήμα του. Ένας χορταριασμένος τάφος που έγραφε σε ένα σταυρό το όνομά του. Σωτήρης Αβραμίδης ετών 7...
Τότε ήταν που έκλαψα όσο ποτέ. Τότε ήταν που αγκάλιασα το χώμα και έμεινα   όλο το πρωί, με  την Αντιγόνη δίπλα μου, να κλαίω τον μικρό μου αδελφό. Δεν ήμουν ικανός να τον σώσω όπως τον εαυτό μου...''  
  
                    Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ

....... εκεί σ'αυτό το σημείο σταμάτησα να διαβάζω έκπληκτη.
 Κοιτούσα το σημάδι, το άγγιζα. Για πρώτη φορά έστω και έμεσσα, χάιδεψα τα δάκρυα του πατέρα μου που η σελίδα είχε ρουφήξει.
Έκλεισα το ημερολόγιο.
Ναι βαριανάσαινα...είχα θυμώσει;
Οι εικόνες διαδέχονταν η μια την άλλη:
ο πατέρας μου μικρός...
ο πατέρας μου πονεμένος...
ο πατέρας μου με λυγμούς πενθεί τον αδελφό του
ο πατέρας μου στην αγκαλιά της ιερόδουλης βρήκε παρηγοριά
ο πατέρας   που δεν γνώρισα!!
Γιατί ήταν τόσο σκληρός μαζί μας; 
Γιατί μας επέβαλε τόσους κανόνες και υπακοή στη θέλησή του;
 Δεν ήξερα τι ένοιωθα ακριβώς. Συγκλονισμένη σίγουρα, ίσως και σοκαρισμένη...  
Συνέχισα το διάβασμα. Όλοι πλέον είχαν πέσει για ύπνο και εγώ διάβαζα  λέξη τη λέξη, γραμμή τη γραμμή για όλα όσα έζησε ο πατέρας μου και τα καταμαρτυρούσε σ'αυτές  σελίδες.
Τον είδα μέσα από το γραπτό του,παιδί αλλά και έφηβο. Είδα τις ανησυχίες του, έμαθα για την πρόοδό του. Για τις πληγές που γιάτρεψε η νέα του μάνα, μέχρι που μπήκε στη σχολή Αστυνομίας, γιατί το όνειρό του ήταν να τιμωρεί τους ενόχους...
Και σταμάτησα εκεί που ξανά η ζωή δεν του χαρίστηκε.
Ανάσανα βαθιά. Πόσα μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος;
Φοιτούσε πια στη σχολή αστυνομίας όταν μαθεύτηκε στους συναδέλφους του ότι η κηδεμόνας του, που τη φώναζε και μητέρα, ήταν μια ιερόδουλη. Το τι έγινε δεν λέγεται. Όχι μόνο καζούρα του έκαναν, όχι μόνο έφτασε στο διευθυντή  με το χαρακτηρισμό του νταβατζή της πόρνης, αλλά μια ομάδα φοιτητών πήγαν στον πρώην  οίκο ανοχής και του έβαλαν φωτιά. Αν και η Αντιγόνη πλέον ήταν μεγάλη για να δουλεύει, αν και πλέον είχε νοικιάσει το ισόγειο ως κατοικία, εν τούτοις ήταν στο σπίτι και δεν κατάφερε να γλυτώσει από τη φωτιά καθώς και δυο άτομα από τους ενοίκους του κάτω σπιτιού. Και οι υπαίτιοι, ήταν τα μελλοντικά όργανα της τάξης!!
Δεν έγραψε πουθενά τι έγινε με τους ενόχους. Αν τιμωρήθηκαν, αν έγιναν ανακρίσεις.Τίποτε για ό,τι ένοιωσε. Δεν καταμαρτυρούσε πόσο τον πόνεσε η απώλεια της δεύτερης μάνας του.
Γιατί; Είχε κουραστεί να πονά; Δεν μπορούσε να τα ξαναζήσει γράφοντάς τα;
Τώρα κατανοούσα γιατί δεν χαριζόταν σε κανέναν ο πατέρας μου. Γι αυτό ήταν σκληρός. Αμείλικτος. Αδέκαστος. 
Σε κάποια στιγμή εκεί κοντά στο τέλος της εξυστόρησης έγραφε:

''γνώρισα τη γυναίκα που ονειρευόμουν μα δεν της χάρισα ελεύθερα την καρδιά μου. Φοβόμουν;
Δεν της ανοίχτηκα. Το να δείξεις τις πληγές σου σε κάνει ευάλωτο.
Απέκτησα παιδιά και λαχταρούσα μια αγκαλιά, ένα τους φιλί μα δεν τα ήθελα αδύναμα.
Η ζωή είναι τόσο ύπουλη και τα θέλω με δυνατό χαρακτήρα. Και μόνο η πειθαρχία σε όλα θα τα κάνει ισχυρά και αυτάρκη.''

Ώστε ο πατέρας μου εκσεμμένα φερόταν σκληρά γιατί πίστευε ότι θα μας κάνει δυνατούς της ζωής! 
Πόσο άδικο είχε, μα τον κατανοούσα πλέον.
Γιατί δεν μας μίλησες ποτέ πατέρα ρώτησα ψηλά το κενό...λες να μας έβλεπε; 
Κοίταξα εξουθενωμένη τις σελίδες που απέμειναν...λίγες ακόμη, μόνο για ένα γεγονός που συνέβη πριν δυο χρόνια και δεν το μάθαμε ποτέ.

''Σήμερα είχα μια δυσάρεστη έκπληξη. Ένας κύριος με πλησίασε, ζητώντας να μιλήσουμε.
Ήταν ηλικιωμένος και άγνωστος σε μένα.Τον δέχτηκα στο γραφείο μου. Μου έδειξε μια φωτογραφία. Αυτή την αναγνώρισα. Η μητέρα και ο πατέρα μου νέοι. Τον κοίταξα απορημένος. Ποιος είσαι; τον ρώτησα
-Ο πατέρας σου γιε μου, μου είπε με θράσος.
-Ώστε ζεις; 
-Συγνώμη που δεν σας έγραψα, αλλά δύσκολα τα πράγματα και πού να σας φέρω; Στην ξενιτιά δεν ήταν όπως μας τα έλεγαν.
-Και μας άφησες χωρίς να ξέρουμε τι κάνεις και χωρίς να νοιαστείς πώς ζούμε;
Έμεινε αμίλητος. 
-Τι θες τώρα από μένα;Πώς με βρήκες;
-Έψαχνα καιρό ως ότου είδα το όνομά σου στην εφημερίδα. Κατάλαβα ότι έγινες μέγας και τρανός γιέ μου.
Γύρισα πια, ήλθα να σου ζητήσω να με συγχρωρέσεις και να σου πω ότι γέρασα, είμαι μόνος πλέον....
 -ΦΥΓΕ! Δεν σε ξέρω του είπα...Για μένα είσαι νεκρός!
Και τον έδιωξα χωρίς ίχνος ενοχής! 
Την φωτογραφία όμως την κράτησα
Έτσι για να φαντάζομαι ότι μπορούσαν να γίνουν αλλιώς τα πράγματα αν ήμασταν λίγο τυχεροί...'' 

                                  Η ΛΥΤΡΩΣΗ

...και αυτό ήταν το τελευταίο που έγραψε!
Έκλεισα το ημερολόγιο...συντετριμμένη 
Θεέ μου!! Επιτέλους κατάλαβα τον πατέρα μου, τον ένοιωσα και τον δικαιολόγησα.
Επιτέλους τον αναγνώρισα
Μα είναι τοσο αργά.......
Ο κόμπος είχε δεθεί στο λαιμό μου.
Πονούσα πλέον τόσο πολύ και ακούμπησα το κεφάλι μου στα χέρια μου αφήνοντας για πρώτη φορά τα δάκρυα να κυλήσουν για τον πατέρα που δεν γνώρισα! Για τον πατέρα που έχασα. Για τις ευκαιρίες που ασκεφτα πήγαν χαμένες.


Αυτό το διήγημα είναι η δεύτερη έμπνευση που μου έδωσε η φωτογραφία της Ρούλας μας .
Την επίσημη συμμετοχή μου για τη Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #5 '' Ο Θησαυρός'', την διαβάσατε εδώ

Το περιδέραιο της Θάλασσας!

πηγή

Κοίτα με... Με λένε κοχύλι. Είμαι όμορφο και  μεγάλο. Περήφανο για το σχήμα μου και τα χρώματά μου. Παρ όλες τις γρατζουνιές που τα βότσαλα έκαναν στο κέλυφός μου, όταν το κύμα με πέταξε πάνω τους, εξακολουθώ να έχω την ομορφιά μου, δεν συμφωνείς;
 Στο βυθό της θάλασσας που ζούσα,  ήμασταν πολλά κοχύλια με διάφορα σχήματα. Μια οικογένεια που συναγωνιζόταν , ποιο είναι το πιο όμορφο μέλος της. Ω δεν θα το παινευτώ κιόλας, αλλά πολλοί λένε ότι έχω το ωραιότερο χρώμα και σχήμα.
Σαν βεντάλια, σαν κυματισμός  , σαν μια καρδιά, σαν το μενταγιόν της θάλασσας . Το σχήμα μου το αντιγράφουν πολλοί στην τέχνη τους!
 Θυμάμαι ένα καλοκαίρι που είχα βγει στα ρηχά, επειδή, ξέρεις ,μ' αρέσει που οι αχτίνες του ήλιου κυματίζουν μέσα στο νερό. Στα βαθιά δεν βλέπω φως, ενώ στα ρηχά είναι διαφορετικά.

πηγή

Εκεί που περπατούσα σιγά σιγά στην άμμο μέσα στο νερό, να κάτι ποδαράκια πλατσούριζαν δίπλα μου. Ω σκέφτηκα, ήλθαν τα παιδιά για διακοπές. Δεν μπορούσα όμως να πάω γρηγορότερα. Έχω στην πλάτη μου και το σπίτι μου, το νομίζεις εύκολο;
 Ήθελα να φτάσω τα ποδαράκια να τα χαϊδέψω. Τότε ένα άλλο ζευγάρι πόδια  με πάτησε. Με έσπρωξε βαθιά στην άμμο και επειδή η άμμος υποχωρούσε κάτω από τα πόδια του εγώ πήγαινα και πιο βαθιά. Εκεί που κατρακυλούσα, βλέπω μια σχισμή στο έδαφος ίσα ίσα για να χωρέσει το σώμα μου. Κοίταξα να δω τι είναι μέσα στη σχισμή.
Και τότε το νερό και η άμμος με έσπρωξαν πιο  μέσα και κατηφόρισα σε έναν άλλον κόσμο που δεν ήξερα ότι υπήρχε.

πηγή

Νερό και εκεί. Πολύ νερό, πεντακάθαρο και παντού φως.  Από πού έμπαινε ήλιος τόσο βαθιά, απορώ.
Ησυχία παντού. Έβλεπα τα φύκια της θάλασσας σε διάφορα χρώματα, έβλεπα ανεμώνες και κοράλλια. Αλλά και σπόγγους και σπηλιές με άλλα φυτά που ήθελαν την ησυχία τους και το σκοτάδι.
Προχώρησα περισσότερο. Ούτε ψαράκια υπήρχαν, ούτε καμιά κίνηση από μεγαλύτερα ζώα της θάλασσας. Δεν είδα   κοχύλια σε  κανένα σχήμα από το σόι μου.
Άμμος παντού και χρώματα, πολλά χρώματα από λογής λογής φυτά
Λιβάδια ολόκληρα με ποσειδωνίες  ήταν δεξιά μου. Πήγα κατά κει
Βρήκα άφθονο φαγητό και αφού χόρτασα είπα να πάρω έναν υπνάκο.  Μμμ τι ωραία που ήταν. Φως και χρώμα. Άμμος και πεντακάθαρο νερό. 
Με πήρε ο ύπνος και έβλεπα όνειρο τα  παιδάκια να τρέχουν στην παραλία, να βρίσκουν άλλα κοχύλια και να μαλώνουν ποιο θα τα πρωτοπάρει.

πηγη

Φασαρία μεγάλη με ξύπνησε απότομα.
Πολλά ψάρια έρχονταν κατά δω. Μικρά και μεγάλα. Γαρίδες ζωηρές ανάμεσά τους. Χταπόδια, χέλια,  αστακοί. Ένας ολόκληρος κόσμος του βυθού. Τα είδα που   σταμάτησαν παραδίπλα να φάνε.
-Πού ήσασταν όλα εσείς;
-Στη δουλειά μας, να κλείσουμε τα ανοίγματα  του κόσμου μας
-Εγώ από μια σχισμή του εδάφους έφτασα εδώ
-Δείξε μας, δείξε μας τώρα αμέσως είπαν ανήσυχα τα πιο μεγάλα
Προσπάθησα να προχωρήσω γρήγορα αλλά δεν με βοήθαγε το σπίτι που κουβαλούσα. Ένα ψάρι με έπιασε απαλά με το στόμα του και εγώ του έδειχνα προς τα πού να πάει.
Είδαν τη σχισμή. Ήταν μικρή βέβαια αλλά πού ξέρεις αν δεν θα άνοιγε περισσότερο με ένα πάτημα ποδιού;
Μα γιατί φοβόντουσαν τόσο;
- Μην την κλείσετε. Είναι η πόρτα για τον δικό μου κόσμο.
-Και γιατί θέλεις να πας επάνω; Εδώ είμαστε ασφαλείς και όλα είναι πεντακάθαρα
-Ποιος μας απειλεί επάνω; ρώτησα απορημένο
-Οι άνθρωποι είπαν όλα μαζί
-Α εγώ αγαπώ τους ανθρώπους και ειδικά τα παιδιά
-Ναι  τι καλά! με ειρωνεύτηκαν μερικά ψάρια. Τα αγαπάς αλλά τα έχεις δει πώς βρίσκουν κοχύλια και πώς τα σπάνε έτσι για πλάκα; Άλλοι τα μαζεύουν και τα πουλάνε, σκοτώνοντας  έτσι χιλιάδες κοχύλια. Ξέρεις τι καταστροφή είναι αυτή για το περιβάλλον της θάλασσας;

πηγή

Εγώ έμεινα απορημένο. Μα ναι το έκαναν οι άνθρωποι αλλά δεν το είχα σκεφθεί αυτό ως φόνο της δικής μου οικογένειας!
-Μήπως δεν ψαρεύουν και μάλιστα βάζουν δυναμίτη και μας σκοτώνουν, ακόμη  και τα μωρά που γεννάμε; είπε ένα ψάρι
-Και η μόλυνση; φώναξαν τα φύκια σαν να τραγουδούσαν
Σκουπίδια, τσιγάρα αλλά και αντηλιακά, τόσα λύματα τοξικά γεμίζουν το νερό της θάλασσας. Μας σκοτώνουν όλους, είπαν λυπημένα.
-Πώς βρεθήκατε εδώ;
-Εγώ βρήκα αυτόν τον κόσμο είπε ένας αστακός . Ήταν ένας έρημος τόπος και μια χαραμάδα μας χώριζε από τον πάνω κόσμο. Φώναξα άλλα είδη της θάλασσας που κουραστήκαμε να κρυβόμαστε και σιγά σιγά ανοίξαμε τη χαραμάδα σε μια πόρτα για να χωρέσουν όσοι ήθελαν να μας ακολουθήσουν. Μας πήρε πολύ καιρό, αλλά τα καταφέραμε.
Φτιάξαμε έναν κόσμο αγνό όπως πρέπει να είναι. Κυρίως χωρίς ανθρώπους.
Τώρα έπρεπε να  ξανακλείσουμε την είσοδο που ανοίξαμε. Όλοι δουλεύουμε χωρίς σταματημό.
-Και αν θέλουν να έλθουν και άλλα πλάσματα;
-Το έχουμε πει σε όλους και έχουν έλθει όσοι ήθελαν...μα ξέρουν πού είναι αυτός ο κόσμος και  μπορούν να ανοίξουν μια  μικρή πόρτα αν θελήσουν, αλλά  θα την ξανακλείσουμε .
-Εγώ δεν το ήξερα ...
-Γιατί εσύ όλο στα ρηχά πηγαίνεις να δεις τον ήλιο. Πώς θες να ακούσεις τι γίνεται στις συνελεύσεις μας;
-Μα αν έλθουν όλα τα όντα , η θάλασσα θα ερημώσει. Τι θα κάνουν οι άνθρωποι;
-Ας το σκέφτονταν  όταν έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν κακό στη θάλασσα που λένε πως την αγαπούν. Όταν αγαπάς κάτι το φροντίζεις
-Μη, μη κλείσετε το άνοιγμα. Αφήστε με να βγω. Να, σας παρακαλώ  βοηθείστε με να ανέβω και μετά κλείστε. Εγώ θέλω τα παιδιά , θέλω κόσμο, θέλω να βγαίνω στα ρηχά. Θέλω να ξαναδώ την οικογένειά μου
Αμέσως τα ψάρια με βοήθησαν να βγω.
Και τι κατάλαβα;


Μετά από καιρό κατόρθωσα να φτάσω στο σπίτι μου και όλη η οικογένειά μου έλειπαν. Πού πήγαν; Στα δίχτυα ψαράδων που τους μάζεψαν για να τους πάρουν τα σπίτια τους.
Έφυγα κι εγώ πολύ λυπημένο και περιπλανήθηκα καιρό
Τώρα που σου μιλώ είμαι στην παραλία που με πέταξε το κύμα, γιατί κάποιος με πήρε όταν έκανε κατάδυση με τη μάσκα του  και τράβηξε με δύναμη το σώμα μου. Ω ωω πώς πόνεσα!!
Μα δεν ήθελε ούτε το σώμα μου. Αλήθεια το ξέρεις ότι υπάρχει ένα πλάσμα που όταν πεθάνουμε χρησιμοποιεί το σώμα μας για σπίτι του; Είμαστε χρήσιμα πάντα
Τώρα πέθανε ο εσωτερικός μου εαυτός και έμεινα εγώ, μισό κοχύλι γιατί το άλλο μισό το έσπασαν έτσι, για παιχνίδι,  όπως έλεγαν τα ψάρια στον κάτω κόσμο και δεν τα πίστευα.
Τουλάχιστον πάρε με εσύ και κάνε με περιδέραιο να είμαι στο λαιμό σου να σου μιλώ για άλλα τόσα που έχω γνωρίσει. Δεν θα πονέσω μην ανησυχείς. Είμαστε σκληρά εμείς ακόμη και οι επιστήμονές σας μας μελετούν. Και θα σε ομορφαίνω.
Τι λες; Θα με πάρεις;




Αυτή είναι η συμμετοχή μου στις ''Ιστορίες του Καλοκαιριού '' που η Μ. Νικολάου διοργανώνει στο  ''Κείμενο'' της  

Το κομπόδεμα

 
πηγή


Η κυρ-Αμαλία καθισμένη μπροστά στο τζάκι της,έπλεκε. Συνήθιζε να βγαίνει στη γειτονιά με το πλεχτό της παραμάσχαλα και να παίρνει το καφεδάκι της κάθε μέρα και σε μια γειτόνισσα. Όταν είχε ήλιο και ζέσταινε λίγο ο τόπος, βγαίνανε παρέα με την κυρά Σοφία και την κυρά Μαρίκα έξω από τις πόρτες τους πλέκοντας και κουτσομπολεύοντας. Τα καλοκαίρια έμεναν ως αργά το βράδυ έξω  από τις αυλόπορτές τους, συζητώντας ή πίνοντας ουζάκι. Αλλά από τότε που μαζεύτηκαν μετανάστες στο νησί, από τότε που γίνονταν φασαρίες σε εκείνες τις δομές, όπως τις λέγανε, κλείδωνε πόρτες και παράθυρα.
Τις κακές της είχε σήμερα. Μετρούσε τους πόντους στις βελόνες της και μουρμούραγε για τη μέλλουσα  νύφη της. Βλέπεις ο γιος της αποφάσισε να παντρευτεί. Σιγά μη συμφωνήσει μ'αυτό το γάμο. Άκου εκεί   να μη δέχεται κουβέντα από τη μάνα του!! 
''Θύμωσε γιατί του πα ότι είναι ξεβράκωτη; Ούτε ένα σπιτάκι δεν έχει.  Επειδή την είπα τσαλαφή;  Μα τσαλαφή δεν είναι;  Ποια κοπέλα τρέχει μέσα στο χειμώνα με το νερό της θάλασσας μέχρι τη μέση της για να βοηθήσει  εκείνους --πανάθε μα τους-- τους πρόσφυγες  που γιομίσανε το νησί; Κοίτα να δεις,  που δεν θα μπορεί να σου κάμει παιδί με τόσο κρύο που ποτίστηκε η μήτρα της!.Μα δουλειά είναι αυτή που βρήκε νέα κοπέλα; Να δουλεύει λέει για εκείνη τη μι και κου και όμικρον, πώς τη λένε!!! Και τι δεν του πα, μέχρι για τη μήτρα της του πα μπας και φοβηθεί και εκείνος τι έκαμε; Γελούσε!!''
''Άκου να γελάει με τόσο σοβαρό λόγο που του πα''! 
''Κάτι πρέπει να βρω να αποτρέψω αυτό το γάμο. Να μη με λένε Αμαλία αν δεν το κατορθώσω... Και η προκομμένη η κόρη μου όταν ζήτησα τη βοήθειά της  τι είπε; Ότι είναι ενήλικας και θα κάνει αυτό που θέλει.
Σηκώθηκαν τώρα τα ποδάρια  να χτυπήσουν το κεφάλι. Η μάνα που τον γέννησε είναι δυο φορές ενήλικας''.
Και δώστου ξαναμέτραγε τους πόντους και δώστου να μιλάει μόνη της φουρκισμένη για το κακό που τη βρήκε.
Η κόρη της κυρά Αμαλίας, παντρεμένη με ένα παιδάκι που απέκτησε πρόσφατα, έμενε στο διπλανό χωριό, εκεί που είχε διοριστεί δασκάλα. Πήγαινε αργά και πού να την δει, έμενε κάποιες μέρες, αλλά τη συμπεθέρα της που έμενε παραδίπλα δεν ήθελε να τη βλέπει στα μάτια της. ''Τι με ρωτάς γιατί; Όποτε  βλεπόμαστε -εδώ που τα λέμε ξεκολλημό δεν έχει από το σπίτι της κόρης μου- όλο για φιλανθρωπίες  μιλάει και για βιβλία που διαβάζει... φιγούρα να κάνει θέλει η ψωροφαντασμένη!!!'' μονολογούσε η κυρ-Αμαλία κάθε φορά που την σκεφτόταν.
Σήμερα είχε άλλες σκέψεις στο μυαλό της. Έβαλε στοίχημα με τον εαυτό της ότι αυτός ο γάμος  θα ναυαγήσει.
Άρχισε να σκέφτεται διάφορα κόλπα, να πλέκει σενάρια μαζί με το πουλόβερ που θα έκανε δώρο στο γαμπρό της.'' Για να μη λέει εκείνη η μάνα του..., Θεέ μου ‘ σχώρα με!!''

Τι θα ‘κανε; Θα θυσίαζε το μικρό της κομπόδεμα --ε όχι και μικρό εδώ που τα λέμε .Μάζευε από πολλά χρόνια χρήματα για ώρα ανάγκης, όπως έλεγε και τα καταχώνιαζε σε κρυψώνες που της φαίνονταν απίθανες να βρεθούν. Σιγά μην εμπιστευτεί τις τράπεζες. Χώρια που θα το μάθαιναν τα παιδιά της. Α όλα κι όλα για ανάγκη ήταν είπαμε.  Πηγή του θησαυρού της, όπως τον έλεγε, ήταν  εκείνο το μαγαζί του συγχωρεμένου. Μ'  αυτό μεγάλωσε τα δυο της παιδιά όταν εκείνος έφυγε για  άλλους κόσμους ο αθεόφοβος και την άφησε τόσο νέα χήρα!! Και τι οικονομίες που  έκανε!! Μα και στο ζύγι που έκλεβε, σιγά το πράγμα. Το 'χει εξομολογηθεί στον παπά, αυτός δεν τα λέει πουθενά γιατί είναι παπάς και θα πάει στην κόλαση, αλλά μπορεί να μιλάει με το Θεό, να του   εξηγήσει, έτσι είχε ησυχάσει αρκετά.

Τώρα μόνη της θα έβγαζε αυτή την πρωτευουσιάνα από το σπιτικό της που της ξεμυάλισε το σπλάχνο της!
Θα της πρόσφερε τα χρήματα της. Να η ώρα ανάγκης που έλεγε. Θα της έλεγε να τα πάρει για τους πρόσφυγες που τόσο πάσχιζε να τους βοηθήσει. Αυτό θα ήταν η σωτηρία της. Το σκέφτηκε καλά.
Αυτή η τσαλαφή θα δεχόταν σίγουρα. Της χρειάζονταν χρήματα της ξεβράκωτης, αλλά θα παράταγε το γιο της. Αυτός θα ήταν ο όρος.  Αν δεν τα  ‘παιρνε θα έλεγε σε όλους ότι ψεύτικα τα κάνει όλα, ότι  τάχα μου βοηθάει… ότι της έδωσε βοήθημα χρήματα γι αυτούς και δεν ήθελε να τα πάρει. Σιγά μην την πίστευαν αν μαρτυρούσε  τον όρο που θα της έβαζε, η Αμαλία είχε καθαρό κούτελο και όλοι την αγαπούσαν, αμ θα την έκανε αυτήν, να μην έχει μούτρα να μείνει στο νησί. 
Της φαινόταν της κυρ- Αμαλίας καλό σχέδιο. Το μόνο που την φρέναρε κάπως ήταν μήπως η τσαλαφή ήταν και ανέντιμη. ''Κι αν τα έπαιρνε και δεν τηρούσε τον όρο; Μπα, η ξεβράκωτη δεν θα έκανε τέτοια, ήταν περήφανη για το ξεβράκωμά της, το χε καταλάβει.
Αν όμως ο γιος της πίστευε την πρωτευουσιάνα; ''Ωχ μάνα μου ''βόγγηξε η Αμαλία. 
Μα μετά το αποφάσισε. Θα έβαζε το σχέδιό της σε εφαρμογή. Ο γιος της δεν θα της γύριζε την πλάτη τον ήξερε! 

Την άλλη μέρα το πρωί πήγε στα χωράφια τους. Εκεί υπήρχε μια καλύβα για τα εργαλεία. Άνοιξε την καλύβα και άρχισε να ψάχνει. Έψαξε εκεί που φύλαγε τα λεφτά της, στο πάτωμα,  τίποτε. Έψαξε πιο πέρα... μήπως ξέχασε πού τα έβαλε;  Την έπιασε πανικός. Έκανε τον τόπο ανάστατο. Έσκαψε και αρκετά βαθιά να βρει το κουτί… βρε  μπας και οι αρουραίοι, λες; Μπας και την είδε κανείς;
Πουθενά τα χρήματα. Την έπιασε τρέμουλο. ''Πάνε τα λεφτάκια μου , θα τα κλέψανε αυτοί οι αχαΐρευτοι, αυτοί οι αλλόθρησκοι, ποιος άλλος;''
Πω πω   τι στενοχώρια που πήρε. Τόσα λεφτά χάθηκαν.    
Τι θα κάνει; Σε ποιον θα το πει;   Τι αποδείξεις έχει; Καμιά. Ποιος θα την πιστέψει;
Γύρισε στο σπίτι της σχεδόν αλλόφρων!

Την πιάσανε τα νεύρα της. Ένοιωθε άρρωστη. Βημάτιζε πέρα δώθε και έλουζε με τόσα κοσμητικά τους  κλέφτες που κοκκίνισαν και οι τοίχοι
Ο γιος της την επισκέφθηκε εκείνο το πρωί
Την είδε στα κακά της τα χάλια και αληθινά ανησύχησε. Ότι και αν έλεγε  η κυρ- Αμαλία μάνα του ήταν. Δεν μπορούσε να αψηφήσει  το κόκκινο πρόσωπό της, ούτε την γρήγορη ανάσα της. Φυσικά ούτε τα ακατάληπτα λόγια της πέρασαν απαρατήρητα. Λες να είχε πάθει κανένα εγκεφαλικό; Μεγάλη γυναίκα ήταν, αργεί νομίζεις; Μα όταν προσπάθησε να τηλεφωνήσει στο κέντρο Υγείας η κυρά Αμαλία ούτε που ήθελε να το ακούσει. Αντέδρασε ακόμη χειρότερα. Έτσι κατάφερε   με τα χίλια ζόρια να μάθει  τι είχε συμβεί και  έμεινε αμίλητος.
''Τι τα ήθελες τα χρήματα ρε μάνα πρωί πρωί;  Και γιατί δεν ξέραμε  ότι υπάρχουν τόσα λεφτά;'' 
Η υπεράσπιση της στάσης της έκανε την κυρά Αμαλία να συνέλθει γρήγορα και να επιτεθεί αμυνόμενη ότι ήταν μάνα, χαροκαμένη και τόσο κουρασμένη από τη δουλειά για να μεγαλώσει τα βλαστάρια της και να τα μορφώσει. Να μην είχε και ένα κομπόδεμα να μην τους γίνει βάρος; 
Μετά από πολλά μουρμουρητά γεμάτα δικαιολογίες και συζήτηση, ο γιος  παραδέχτηκε  ότι είχε πάρει εκείνος τα χρήματα   και τα είχε βάλει στην τράπεζα. Την είχε δει μια μέρα που κάτι καταχώνιαζε στην άκρη του πατώματος της καλύβας και πήγε να δει μόνος του. Της είπε ότι ήθελε να της δώσει ένα μάθημα. ''Περάσαμε τόσες δυσκολίες μάνα και λεφτά έλεγες ότι δεν είχαμε. Κι εσύ είχες ένα μεγάλο κομπόδεμα φυλαγμένο. Αλλά να ξέρεις δεν τα έχω αγγίξει, όμως  θα στα δώσω με έναν όρο: θα έλθεις δίπλα μου στο γάμο μου και θα αγκαλιάσεις τη νέα σου κόρη.
''ΠΟΤΕ!'' φώναξε η κυρ- Αμαλία , ξεσπώντας το θυμό επάνω στο γιο της. Πάει το σχέδιό της για το γάμο, πρέπει να αλλάξει σχέδιο τώρα,  αλλά πρώτα να πάρει τα λεφτά. Όμως ο γιος της ήταν ανένδοτος. Δεν θα της έδινε το βιβλιάριο ε; Θα πήγαινε να τα σηκώσει μόνη της, αλλά αν ήταν στο όνομά του;
Κοίτα να δεις που με το δικό της κομπόδεμα ο γιος της την απειλούσε.
Τι να κάνει; Προσπάθησε να του κλαυτεί, να τον πείσει αλλά μάταια. Η τσαλαφή θα έμπαινε στην οικογένεια;   Όταν μάλιστα είδε ότι ο γιος της μιλούσε σοβαρά,   υποχώρησε και ...κομπόδεμα γερό είναι αυτό, του γυρνάς την πλάτη;😊   😊   😊