Μια γειτονιά, μια εμπειρία!


Για τη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων σου έχω ξαναμιλήσει. Έχω αναφερθεί σε διάφορες αναρτήσεις για τότε, που έπαιζα ανέμελη με τα γειτονόπουλα παρέα.
Σήμερα θα σου πω για την πρώτη γειτονιά που γνώρισα ως νιόπαντρη και μάλιστα σε επαρχιακή πόλη, που ποτέ ως τότε δεν είχα ζήσει.
Πρώτο σπιτικό δικό μου, πρώτη γειτονιά, πρώτος διορισμός, πρώτη ζωή σε κωμόπολη αρκετά μακριά από την Αθήνα.
Να πω ότι με έπιασε ένας μικρός πανικός ; Εντάξει ίσως η λέξη ''πανικός'' είναι υπερβολή αλλά, η ζωή στην επαρχία ήταν κάτι πρωτόγνωρο.
Σκέψου, μετακόμισα και πριν καλά καλά τακτοποιήσω τα έπιπλα του σπιτιού, ήξεραν όλοι ποια ήμουν, πόσοι ήρθαμε και ότι ήμουν μάλιστα και νιόπαντρη.
Το σπίτι μου ήταν σε ένα στενό γραφικό δρομάκι της κωμόπολης, ένα από τα πολλά στενά  γραφικά  δρομάκια, που πλαισιώνονταν δεξιά και αριστερά από σπίτια παλαιά, πέτρινα, με καμάρες και κεραμίδια τα περισσότερα. Το δικό μου ήταν από τα λίγα νεόχτιστα, πιστό αντίγραφο των σπιτιών των μεγαλουπόλεων, κάτι που με ενοχλούσε τότε και με ενοχλεί ακόμη. Σαν τη μύγα μέσ' το γάλα. Κάτι σαν ιεροσυλία  στην ιστορία του τόπου. Κάτι σαν μια άσχημη πινελιά μέσα στην ιδιαίτερη ομορφιά. Πώς επιτρέπεται να καταστρέφουν το χρώμα κάθε πόλης, απορώ.
Που λες, έζησα εκεί για δυο ολόκληρα χρόνια. Εκεί πήγα και το μωρό μου, την πρώτη μου κόρη νεογέννητη.
Το σπίτι διώροφο. Πάνω εμείς, κάτω η ιδιοκτήτρια.
Δίπλα μας ο Γεωπόνος με τη μητέρα του, μια κυρία που της ταίριαζε γάντι το ''δώσε θάρρος στο χωριάτη'', απέναντι ένα νιόπαντρο ζευγάρι που καλλιεργούσαν τα κτήματά τους.
Στην άλλη πλευρά του δρόμου και  ακριβώς απέναντι ήταν η κυρία Φωτεινή, που πάντα μου άφηνε ένα αβγό κάθε μέρα στη γλάστρα της να το παίρνω φρέσκο για το μωρό μου.
Τα πρωινά με ξυπνούσε η φωνή του γαϊδάρου  της κυρίας Φωτεινής. Όχι... ο κόκοράς της, άφηνε τα πρωτεία στο γάιδαρο της παρέας τους να κάνει το ξυπνητήρι.
Μετά, άρχιζε τις φωνές ο παπαγάλος της κας Αρετής, της ιδιοκτήτριας που ζούσε στο ισόγειο. Ποιο όνομα φώναζε μπορείς να φανταστείς; ''Αννούλα, Αννούλα, Αννούλα'' τρεις φορές και σταματούσε. Μετά ξανά το ίδιο αρκετές φορές. Όχι δεν φώναζε εμένα ,  Αννούλα ήταν η κόρη της ιδιοκτήτριας. Συνονόματη!
Περπατώντας λίγα μέτρα, έφτανα στο μπακάλικο της κωμόπολης.
''Καλημέρα Καμάρι'' ήταν η πρώτη φράση του μπακάλη. Ευγενικός και εξυπηρετικός. Παραδοσιακό κατάστημα, που το χάζευα, με τα σακιά του γεμάτα καλούδια και ένα σωρό τοπικά προϊόντα. Με τα είδη οικιακής χρήσεως κρεμασμένα από το ταβάνι, με βαρέλια με λάδι που αγόραζες χύμα. 
Ακριβώς στην πλατεία της πόλης ήταν το μπακάλικο, ενώ δίπλα ήταν το φαρμακείο, παραδίπλα η τράπεζα και απέναντι το Δημαρχείο.

Σ' αυτήν την πλατεία κάθε απόγευμα, όταν καλυτέρευε ο καιρός, καθόμασταν για καφέ και φτάναμε στο  ούζο. Οι φίλοι που έρχονταν και εκείνοι, λες και είχαμε δώσει ραντεβού, έπαιρναν καρέκλες και έρχονταν στην παρέα μας. Το ίδιο και οι επόμενοι. Και κάναμε ένα τεράστιο κύκλο από παρέες γύρω από τραπέζια συζητώντας και γελώντας κάθε απόγευμα τις ζεστές ημέρες.
Το χειμώνα μαζευόμασταν σε διάφορα σπίτια εναλλάξ. Παιχνίδια, συζητήσεις, παντομίμες κυρίως, μας έκαναν να ξενυχτάμε.
Κάναμε γρήγορα φίλους, πολύ γρήγορα κάτι που με εντυπωσίασε.
Οι φίλες της ιδιοκτήτριας, μαζεύονταν στην αυλή της κεντώντας και πλέκοντας. Συζητώντας και κουτσομπολεύοντας.  Φυσικά με προσκάλεσαν και εμένα αν και η διαφορά ηλικίας ήταν μεγάλη. Δεν μπορούσα να αρνηθώ και πήγα πολλές φορές. Έχω κεντήσει τα πιο ωραία  μου κεντήματα εκεί, στην αυλή που φιλοξενούσε και τον παπαγάλο, ένα πανέμορφο πουλί που μιλούσε. Εκεί σ' αυτήν την αυλή μάθαινα και τα κυριότερα νέα- κουτσομπολιά θα τα πεις το ίδιο είναι- της γειτονιάς. Έτσι έμαθα για το γιο της γειτόνισσας απέναντι ''που δεν δουλεύει αλλά όλη μέρα τρέχει με μια μηχανή και στο τέλος θα πάθει κάποιο ατύχημα''....και το έπαθε. Έτσι έμαθα για τη κυρία, δυο τετράγωνα μετά από το σπίτι μου που'' ο άντρας της την απατά''. Έτσι έμαθα για την κοπελιά στο αδιέξοδο που ''είναι αστεφάνωτη''. Για να μην νομίζεις ότι δεν ήταν ουσιαστικές οι ώρες του κεντήματος!

Θυμάμαι όταν γέννησα στην Αθήνα, πήγα με το μωρό μου, 16 ημερών, στο σπίτι μου, στην κωμόπολή μου. Είχε γίνει ''μου'', δική μου, τόσο πολύ την αγάπησα, που μετά τα δυο χρόνια, δεν έπαψα να την επισκέπτομαι κάθε χρόνο. Τώρα τελευταία έχω δυο-τρία χρόνια να πάω. Και μου λείπει... 
Που λες, θυμάμαι ότι αφού δεν είχα σαραντίσει, έπρεπε να μην μπαίνω σε καταστήματα, να μην επισκέπτομαι σπίτια γειτόνων. Το ήξερα; Ναι αλλά εγώ δεν τα πίστευα αυτά ούτε τα πιστεύω και δεν ήμουν διατεθειμένη να παραβώ τα πιστεύω μου.  Μα  οι  γειτόνισσες, εθελοντικά προσφέρθηκαν να με ενημερώσουν. Τι να έκανα; Μέχρι ο παπάς ήλθε για να μου δώσει τα φώτα του ''για να ξέρεις τέκνο μου το σωστό και χριστιανικό'' μου είπε. Και ανανέωσε το ραντεβού μας σε...ένα μήνα.  Έπρεπε να με δεις να πηγαίνω στο μπακάλικο. Να κάθομαι απέξω και να φωνάζω ''Κε Μηνά'' -να το, θυμήθηκα το όνομα-, '' καλημέρα, θέλω φακές'' και να βγαίνει ο άνθρωπος και να μου φέρνει ό,τι ήθελα, να παίρνει τα χρήματα να μου δίνει τα ρέστα, χωρίς να ρωτά γιατί δε μπαίνω μέσα, ενώ  ήταν ο πρώτος που μου ευχήθηκε, όταν πήρα την ευλογία του παπά. Μα πώς τα μάθαιναν  αμέσως, πώς;  
Όμορφες αναμνήσεις από την πρώτη μου γειτονιά σε επαρχία και την τελευταία. 

Θυμάμαι ακόμη ότι εκεί έκανα τα θαλασσινά μου μπάνια πολύ νωρίς μια και η θάλασσα ήταν κοντά. Και τα βράδια τα Σαββατοκύριακα,τότε που ο καιρός ήταν γλυκός και το φεγγάρι έλουζε τη θάλασσα,  πηγαίναμε στα ταβερνάκια που ήταν στη σειρά  στο λιμάνι και τρώγαμε φρέσκο ψάρι που είχαν ψαρέψει εκείνη την ημέρα. Γιατί εκεί ψάρευαν όλοι. Ερασιτεχνικά ή το εμπορεύονταν, αλλά ψάρευαν. Πήραμε και εμείς εξαρτήματα ψαρέματος και με φίλους πήγαμε για ψάρεμα. Μια ή δυο φορές όλες και όλες προσπαθήσαμε. Τα ψάρια μύριζαν το δικό μας δόλωμα και έφευγαν χωρίς επιστροφή, μια και δάγκωναν το δόλωμα των ντόπιων που ήταν στη σειρά. Και να φανταστείς ότι μας είχαν ''μυήσει'' στα μυστικά του ψαρέματος. Φαίνεται ότι τα κράτησαν επτασφράγιστα τα αληθινά μυστικά τους, εκτός και αν τα ψάρια τους έπασχαν από ξενοφοβία.

Όταν πρωτοπήγα εκεί, σου είπα ότι η εμπειρία ήταν πρωτόγνωρη.Και αισθανόμουν σαν ψάρι έξω από το νερό. Ήταν σαν να έκανα τα πρώτα μου βήματα και ό,τι είχα μάθει από την Αθήνα μου ήταν άχρηστο. Όμως γρήγορα προσαρμόστηκα στους ρυθμούς της κωμόπολης, στις συνήθειές τους και όταν ήλθε η ώρα να μετακομίσω, να σου πω την αλήθεια,   το έκανα με χαρά. Θα πήγαινα στην Αθήνα, θα έβλεπα ένα σινεμά βρε παιδί μου, ένα θέατρο, θα έβλεπα τους δικούς μου,τους φίλους. Αλλά σαν έφτασα σ' αυτή την τρελή πόλη και συνειδητοποίησα ότι η ζωή μου στην επαρχία έλαβε τέλος, στεναχωρήθηκα πολύ. Έκλαψα. 
Εξαιτίας αυτών των δυο χρόνων  που έζησα εκεί, αγάπησα τη ζωή στην επαρχία όσο δεν φαντάζεσαι. Ναι, θα ήθελα πολύ να έφευγα από την Αθήνα ξανά.  Πού ξέρεις; Μπορεί να το καταφέρω!



* Αυτή ήταν η γειτονιά μου που  αγάπησα, με αφορμή της Πέτρας το δρώμενο ''Μιά φορά μιά γειτονιά..'' Βέβαια ξέφυγα από τα της γειτονιάς και σου περιέγραψα και μερικά από όσα έζησα εκεί, αλλά θύμισες είναι αυτές, πώς να τις περιορίσεις;
*  Όλες οι φώτο είναι από τη Google

Η ΣΟΦΙΤΑ: Αλυσίδα από ναυτικούς κόμπους!


Τι όμορφα που ένιωθε η Σόφη  περπατώντας στη φύση! Ήθελε να είναι μόνη, να καθαρίσει το μυαλό της από όλα τα ερωτήματα που αδυσώπητα την βομβάρδιζαν μέρα-νύχτα και απάντηση δεν έβρισκαν .
Ο καιρός ήταν θαυμάσιος, τα δέντρα μοσχοβολούσαν μετά το ξέπλυμα της  χθεσινής  βροχής, τα πουλιά τιτίβιζαν και το έδαφος μαλακό απορροφούσε τα βήματά της.
Μα τίποτε δεν έβλεπε κοιτώντας γύρω της. Οι σκέψεις της οργίαζαν. Οι ερωτήσεις έψαχναν τρόπο  διαφυγής. Και εκείνη μάταια πάσχιζε να βάλει μια τάξη.
Να είναι ένας από τους τρεις ο πατέρας της; 
Άραγε πώς θα είναι; 
Θα θέλει να τη δει; 
Γιατί δεν έδωσε ποτέ σημεία ζωής; 
Γιατί δεν ενδιαφέρθηκε να βρει την κόρη που ήξερε ότι είχε;
Ή μήπως έψαξε και δεν το έμαθε και αυτό;
 Άραγε ξανασυναντήθηκε με  τη μητέρα της ποτέ; 
 Γιατί τόσα ψέμματα που την πλήγωναν;
 Ήταν ηθελημένα ψέμματα ή εξαναγκάστηκαν να τα πουν; Όχι πως έχουν δικαιολογία  τα ψέμματα αλλά,  τι να συνέβη;
Θα μάθει ποτέ; 
Γιατί η μητέρα της δεν της μίλησε, δεν της είπε την αλήθεια, ακόμη και όταν έμαθε ότι θα φύγει από αυτή τη ζωή νικημένη από τον καρκίνο;
Γιατί;
Απανωτές ερωτήσεις που ούρλιαζαν στο κεφάλι της...τελικά η βόλτα ίσως δεν ήταν καλή ιδέα. Ίσως έπρεπε να δουλέψει να ξεχαστεί. Τάχυνε το βήμα της αναστατωμένη. Μα γιατί δεν μπορούσε να ηρεμήσει και να δει ψύχραιμα τα πράγματα;

Ο Ορέστης  έδωσε τη δική του εξήγηση όταν του μίλησε .'' Χρειάζεσαι συντροφιά να μιλήσεις'', της είπε,'' να τα βγάλεις από μέσα σου. Έτσι το μόνο που κάνεις είναι να σκέφτεσαι τα ίδια τα  γεγονότα ξανά και ξανά χωρίς να μπορείς να ηρεμήσεις''. Το έβλεπε ότι είχε δίκιο,  όμως δεν έμαθε να μιλάει, να εξωτερικεύει όσα την απασχολούν. Δεν είχε αντιμετωπίσει στο παρελθόν καμιά  κατάσταση τόσο σημαντική για τη ζωή της. Ίσως θα έπρεπε να κάνει την αρχή...

Την  άλλη μέρα δέχτηκε άλλο ένα τηλεφώνημα από τον κο Ιωάννου.  Με το που άκουσε τη φωνή του, οι παλμοί της καρδιάς της επιταχύνθηκαν. Λες να τον βρήκε; Όταν τον ρώτησε, της είπε ένα '' θα τα πούμε από κοντά'' και έκλεισε...τι να σήμαινε αυτό;
Δώσανε ραντεβού στις 6 το απόγευμα.
Ο Ορέστης επέμενε να πάνε μαζί στον ντετέκτιβ. Πιασμένοι χέρι χέρι μπήκαν στο γραφείο του. 
Ο Κος  Ιωάννου, ένας  πολύ σοβαρός κύριος, της φερόταν επαγγελματικά, αλλά το βλέμμα του  όταν την κοιτούσε, ήταν διεισδυτικό, διερευνητικό.
Αφού έγιναν οι συστάσεις Ορέστη -ντετέκτιβ και αφού αρνήθηκαν τον καφέ που τους πρόσφερε, η Σόφη ανυπόμονα τον ρώτησε
-Λοιπόν; Μιλήσατε και με τους τρεις Αγγέλου;
--Κα Μιχαήλ, σας είπα και την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε ότι η δουλειά μου είναι να βρω αυτό που ο πελάτης θέλει. Και δεν σταματώ μέχρι να τελειώσω όσο χρόνο και να πάρει.
Και με σας γι αυτό  πληρώθηκα και αυτό θα γίνει. Θα βρω τον πατέρα σας να είστε σίγουρη.
-Δηλαδή μου λέτε εμμέσως ότι δεν ήταν κανείς από τους τρεις;
-Επισκέφθηκα και τους τρεις  Αγγέλου. Κανένας τους δεν γνώριζε-όπως ισχυρίστηκαν-κάποια Κατερίνα Μιχαήλ την περίοδο που μας ενδιαφέρει, και  φυσικά αρνήθηκαν ότι έστειλαν τις καρτ ποστάλ.
-Ώστε κανένας... κανένας, μονολόγησε η Σόφη απογοητευμένη 
-Είπαν την αλήθεια άραγε; ρώτησε ο Ορέστης
-Κα Μιχαήλ, κύριε Σωτηρίου, πιστεύω ότι είπαν την αλήθεια,  γιατί δεν μου ταιριάζει η ηλικία,  εκείνοι  είναι πολύ μεγάλοι. Εσείς κα Μιχαήλ μου είπατε, αν και δεν γνωρίζετε ημερομηνία γέννησης του πατέρα σας,   ότι ο Γιώργος Αγγέλου θα είναι σε βαθιά γεράματα, αν ζει. Αλήθεια πώς έχετε καταλήξει σ' αυτήν την πεποίθηση; 
Η Σόφη ξαφνιάστηκε...
Μα πόσο χρονών να  ήταν άραγε; Δεν θα 'ταν ηλικιωμένος;
-  Επειδή όμως εγώ έκανα τους δικούς μου υπολογισμούς για την ηλικία του, την υπολογίζω γύρω στα 60 με συν πλην λίγα χρόνια. Τι λέτε;.  
Η Σόφη τα έχασε.  Μα γιατί σκέφτηκα ότι θα ήταν τόσο μεγάλος; 
Ο ντετέκτιβ συνέχισε  καταλαβαίνοντας την αμηχανία της
 -Η μητέρα σας σπούδαζε όταν έμεινε έγκυος, είπατε.  Και ήταν στα 21 όταν σας γέννησε. Άρα σήμερα  θα ήταν ...
-Στα 50. Έφυγε νωρίς από τη ζωή!!
- Λυπάμαι! Η ασθένεια και ο θάνατος δεν  υπολογίζουν  ηλικίες, είπε σοβαρά ο κος Ιωάννου! 
Άρα  να υποθέσουμε ότι ο πατέρας σας, αν ζει, θα είναι  κοντά στα 60, υπολογίζοντας τα χρόνια στη σχολή του, τα χρόνια στρατού κλπ...δεν νομίζετε ότι είναι πιο λογική η ηλικία αυτή;
-Και αυτό σε τι σας βοηθάει  ; ρώτησε ο Ορέστης, ενώ η Σόφη κουνούσε αμήχανα το κεφάλι.
-Κα Μιχαήλ, κύριε Σωτηρίου η ηλικία μας ενδιαφέρει γιατί  μπορεί να  εργάζεται ακόμη, αν και στο ΝΑΤ δεν βρήκα κανένα Αγγέλου  εκτός από τους τρεις   συνταξιούχους, αλλά και ούτε κάποιον   ενεργό ναυτικό ασφαλισμένο. Κανένας άλλος Αγγέλου στο ΝΑΤ.   Βέβαια μπορεί όντως να ταξιδεύει, αν και ως ασυρματιστής αποκλείεται αφού έχουν καταργηθεί οι ασυρματιστές στα πλοία, και να ταξιδεύει με πλοίο ξένης σημαίας που δεν είναι συμβεβλημένη με το  ΝΑΤ. Σκέφτηκα λοιπόν  και την ιδιωτική ασφάλιση. Το έψαξα. Ούτε και εκεί σταθήκαμε τυχεροί. 
--Μα τι σημαίνουν όλα αυτά; ρώτησε θορυβημένη η Σόφη.  Μήπως...μήπως δεν ζει πλέον;
-Έψαξα και στο Ληξιαρχείο κα Μιχαήλ  για πράξη θανάτου. Βέβαια υπάρχουν κάποιοι  Αγγέλου αλλά αν ήξερα ηλικία ακριβώς και πατρώνυμο ή μητρόνυμο...θα περιόριζα την έρευνα.
 -Α... φώναξε η Σόφη.  Κοιτάξτε. Σοφία με βάπτισαν δίνοντάς μου το όνομα της μητέρας του πατέρα μου. Έτσι μου είχε πει η μητέρα μου, ως  ύστατο φόρο τιμής στη μνήμη  του-υποτιθέμενου- νεκρού πατέρα μου, είπε με πικρή ειρωνεία! Πώς μου διέφυγε και δεν σας το πα;  
Ο ντετέκτιβ ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας του. 
-Κα Μιχαήλ ...κα Μιχαήλ τι άλλο έχετε ξεχάσει να μου πείτε;  Ώστε  σας έδωσε η μητέρα σας το όνομα της γιαγιάς σας από την πλευρά του πατέρα σας...χμ χμ αυτό δείχνει ότι η μητέρα σας σίγουρα δεν ήταν θυμωμένη μαζί του. Λογικό δεν είναι; Μήπως και εκείνη δεν γνώριζε ότι ήταν ζωντανός ;
-Να κορόιδεψαν και τη μητέρα μου; Ο παππούς και η γιαγιά;  Ποιος;  Μα ...είναι ανήκουστο, φώναζε η Σόφη, ανήκουστο!!!
Ο Ορέστης προσπαθούσε να την ηρεμήσει. Της ψιθύριζε ήρεμα ότι υπάρχει και αυτό το ενδεχόμενο.  
-Ψέμματα , ψέμματα τόσα ψέμματα, μα γιατί; 
-Θα είχαν τους λόγους τους. Μην είσαι τόσο απόλυτη με την αλήθεια και το ψέμα αγάπη μου
-Κα Μιχαήλ η πείρα μου μου έχει διδάξει ότι ακόμη και κάποιο ψέμα ορισμένες φορές είναι προτιμότερο από κάποια αλήθεια. Θα το βρούμε κυρία μου, αλλά να είστε ψύχραιμη γιατί το κουβάρι που λέγεται παρελθόν σας δεν έχει ακόμη ξετυλιχθεί ούτε στο ελάχιστο.
Ας συνεχίσουμε!
Πρωί πρωί που θα ανοίξουν ξανά οι δημόσιες υπηρεσίες θα δώσω και το όνομα της μητέρας του πατέρα σας στο βοηθό μου, να δούμε τι θα βρούμε από τις πράξεις θανάτου.

 Η Σόφη ανακάθισε. Το ήξερε ότι μπορεί να ήταν νεκρός μετά τόσα χρόνια ο πατέρας της, αλλά ήθελε τόσο να μάθει για το δικό της παρελθόν και εκείνος μόνο μπορούσε να της πει. ''Αλλά μόνο γι  αυτό θέλεις να είναι ζωντανός''; άκουσε μια φωνούλα μέσα στο μυαλό της! Την αγνόησε επιδεικτικά!
-Στην οικονομική διεύθυνση του Υπ Οικονομικών στο τμήμα εισοδήματος, τα ''μάτια και τα αυτιά '' μου βρήκαν  έναν Αγγέλου που έχει δική του επιχείρηση με ηλεκτρονικά, έλεγε τώρα  ο ντετέκτιβ. Έχει την ηλικία που θέλουμε.
Μια στιγμή να κοιτάξω τα χαρτιά μου..........Ώπα, αυτός ο Αγγέλου έχει όνομα μητρός Σοφία.
Πρέπει να τον επισκεφθώ. Αύριο ,  αύριο πρωί θα πάω στην επιχείρησή του.Έχω και διεύθυνση κατοικίας, και τηλέφωνο. Θέλετε να τον πάρω τώρα τηλέφωνο μπροστά σας; Ας δοκιμάσουμε
Η καρδιά της Σόφης χτυπούσε δυνατά. Λες;
-Ο κος Αγγέλου;  Καλησπέρα σας Λέγομαι Ιωάννου...ντετέκτιβ είμαι, ναι... και θα ήθελα να σας δω... να μιλήσουμε για κάποια   Μιχαήλ Κατερίνα που....ωωω έκλεισε το τηλέφωνο!! Μα τι στο...

Ο Ιωάννου ξαναδοκιμάζει. Το τηλέφωνο πλέον δεν το σηκώνει κανείς!
-Κάτι σημαίνει αυτό, ναι; Αυτός θα είναι και δεν θέλει καμιά σχέση με το χθες, δεν θα θέλει να με δει είπε απογοητευμένη η Σόφη.
-Δεν είναι απαραίτητο κα Μιχαήλ. Μπορεί να μην σημαίνει και τίποτε. Ξέρετε πόσες συμπτώσεις έχω συναντήσει στη δουλειά μου; Αλλά θα πάω εκεί, στην εταιρεία  του και να είστε σίγουρη ότι θα μου μιλήσει. Ας πάμε όμως στο τελευταίο θέμα μας για σήμερα.
 Είπατε ότι έχετε μια συγγενή,θεία αν δεν κάνω λάθος, εν ζωή. Αδελφή της μητέρα σας
-Ναι , τη θεία Τούλα,απάντησε η Σόφη μουδιασμένα
-Δεν με αφήσατε να της μιλήσω την πρώτη φορά, μήπως τώρα αλλάξατε γνώμη; Εκείνη θα γνωρίζει στοιχεία του πατέρα σας, αφού μου έχετε πει ότι πήγαινε στην Αθήνα συχνά και έμενε για λίγο με την μητέρα σας, όταν εκείνη σπούδαζε. Σίγουρα θα ξέρει περισσότερα, ναι σίγουρα.
 -Όχι δεν άλλαξα γνώμη, η θεία μου είναι δική μου υπόθεση!
-Όπως νομίζετε. Αλλά ό,τι, μα ό,τι μάθετε ή θυμηθείτε σας παρακαλώ αμέσως κάντε μου ένα τηλέφωνο. Εντάξει;

Ήρθε η ώρα να φύγουν. Ο κος Ιωάννου σηκώθηκε και ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου του, είπε μαλακά στη Σόφη.
-Κυρία μου να είστε προετοιμασμένη για το τι θα βρούμε. Μπορεί ο πατέρας σας να μη ζει το έχουμε ξαναπεί. Μπορεί να ζει και να έχει οικογένεια, το σκεφτήκατε αυτό; Μπορεί να μη θέλει καμιά επαφή. Να τα λάβετε όλα υπόψη, να προετοιμαστείτε γιατί θα αρχίσουμε να βλέπουμε φως λίγο λίγο.
Η Σόφη δεν απάντησε! Χαιρετήθηκαν  και βγήκαν. Εκεί, έξω στον αέρα της πόλης η Σόφη άφησε ένα δυνατό αναστεναγμό. Αλλά η πίεση στο στήθος δεν έλεγε να φύγει. Μάλλον έγινε δυνατότερη!!

πηγή
   
Ο Ορέστης πρότεινε να πιουν τον καφέ τους σε ένα καφενεδάκι εκεί κοντά, να ανασάνουν λίγο μακριά από τους τοίχους του σπιτιού τους.
Με τα πολλά δέχτηκε  η Σόφη όταν είδε το γραφικό καφενεδάκι στη στοά, με τα μαρμάρινα τραπέζια, τα μπακιρένια σκεύη και το ψηφιδωτό στο δάπεδο. Λίγο χρώμα στη ζωή της χρειαζόταν, λίγη αλλαγή παραστάσεων δεν θα έκανε κακό!
Πίνοντας την πρώτη γουλιά καφέ  παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, η Σόφη είπε σιγανά, ''μετάνοιωσα που δεν άφησα τον κο Ιωάννου να μιλήσει στη θεία. Θα με έβγαζε από τη δύσκολη θέση''
Ο Ορέστης είχε διαφορετική άποψη. 
- Θα πάμε μαζί στη θεία σου. Δεν καταλαβαίνω σ' αυτήν την ηλικία να φοβάσαι έναν άνθρωπο, που είναι συγγενής σου. Ναι ναι, είπε βλέποντας τη Σόφη έτοιμη να διαμαρτυρηθεί. Ξέρω πόσο αντιπαθής σου είναι και έχεις τα δίκια σου, εσύ ξέρεις. Αλλά σίγουρα η θεία σου ξέρει το παρελθόν και θα μπορέσει να ξεδιαλύνει το κουβάρι του χθες. Δεν αξίζει, έστω και έναν κόμπο αν λύσει, να της μιλήσεις;

Η Σόφη κατανοούσε την οπτική του αγαπημένου της, αλλά αισθανόταν ανέτοιμη για μια τέτοια συνάντηση
-Ναι θα της μιλήσω αλλά όχι ακόμη. Δεν είμαι έτοιμη και θέλω να πάω θαρρετά και όχι σαν φοβισμένη έφηβη. Θα πάω ναι,αλλά όχι ακόμη,- θα πάμε μαζί -  εντάξει; είπε όταν είδε το θλιμμένο βλέμμα του Ορέστη που νόμισε ότι άλλη μια φορά θα τον έβγαζε εκτός από τα προσωπικά της. 
-Θα πάμε μαζί, ναι μαζί! Αλλά ας δώσουμε λίγο χρόνο στον κο Ιωάννου...




Αυτή είναι η δική μου συμμετοχή στο συλλογικό διήγημα ''Η Σοφίτα'' της Μαρίας Νικολάου στο Κείμενο .
Συμμετέχουμε 16 μπλόκερς, 17 με την οικοδέσποινα Μαρία Νικολάου, που έγραψε την αρχή και θα γράψει και  το τέλος:
                             
                                             
                                            Μαρία Νικολάου
                                     Μαρία Π.
                                          airis
                                    Ανέσπερη
                                          ANNA Flo
                                     des tzav
                                     Mary Pertax
                                     me (maria)
                                     Katia Markouizou
                                     Ελεν B
                                     Maria Kanellaki
                                     BUTTERFLY
                                     Katerina Verigka
                                     Funky Monkey
                                     Ρένα Χριστοδούλου
                                     Σμαραγδένια Ρούλα
                                     Μαρία Νικολάου

Ιστορίες ως τώρα:

Μαρία Νικολάου - Η ΣΟΦΙΤΑ ΤΗΣ ΣΟΦΗΣ
Μαρία Π. - ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ
airis - ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΔΡΑΣΗ...
Ανέσπερη - ΔΙΕΞΟΔΟΙ

Μετά τη δική μου συμμετοχή συνεχίζει η    des tzav!
                                 Μείνετε συντονισμένοι!